Σήμερα, περισσότεροι από 1 στους 300 ανθρώπους πάσχουν από ελκώδη κολίτιδα. Η συμπτωματολογία της νόσου έχει αποδοθεί στη φλεγμονή, η οποία συνήθως είναι αποτέλεσμα της στόχευσης των κυττάρων του παχέος εντέρου από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Τα συχνότερα συμπτώματα της νόσου είναι η διάρροια που δεν ανταποκρίνεται στα τυπικά φάρμακα, το κοιλιακό άλγος και η αιμορραγία.

Οι θεραπείες που χορηγούνται συνήθως για την αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας είναι τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών δεν ανταποκρίνεται στην παραπάνω θεραπεία, με αποτέλεσμα να χρειάζονται κολεκτομή, δηλαδή αφαίρεση μέρους του παχέος εντέρου.

Η κολεκτομή αποτελεί συνήθως τελευταία επιλογή καθώς συνδέεται με μία σειρά κινδύνους, όπως για παράδειγμα η εσωτερική αιμορραγία, οι θρομβώσεις, καθώς και μία σειρά λοιμώξεις. Κατά συνέπεια, η επιστημονική κοινότητα αναζητεί σήμερα διαφορετικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της νόσου. Ωστόσο, η ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου από το μηδέν είναι μία μακροχρόνια και απαιτεί υψηλά ποσά χρηματοδότησης.

Αντίθετα, η επαναπροσδιορισμός φαρμάκων που έχουν ήδη εγκριθεί μπορεί να μας γλιτώσει πολύ χρόνο αλλά και χρήμα στην αναζήτηση νέων θεραπειών. Αυτό συμβαίνει γιατί γνωρίζουμε ήδη το προφίλ ασφάλειας των φαρμάκων αυτών από τη χορήγησή τους για άλλες ενδείξεις.

Η προσέγγιση αυτή έχει ήδη δοκιμαστεί στο παρελθόν με επιτυχία για παθήσεις όπως η νόσος του Parkinson, ο καρκίνος του μαστού και ο καρκίνος του παχέος εντέρου.

Σε μία πρόσφατη μελέτη τους, επιστήμονες από το πανεπιστήμιο του Stanford της Καλιφόρνια ανέλυσαν μία βάση δεδομένων από ιατρικά αρχεία ασθενών με σκοπό να εξερευνήσουν φάρμακα άλλων παθήσεων που θα μπορούσαν να προσφέρουν οφέλη στην αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας.

Εξετάζοντας τα δεδομένα διαπίστωσαν ότι ένα συγκεκριμένο φάρμακο, η ατορβαστατίνη (Lipitor), συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο κολεκτομής και νοσηλείας στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα. Επιπλέον, οι ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη είχαν μειωμένη πιθανότητα για χρειαστούν αντιφλεγμονώδη φάρμακα για την αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας.

Αρκετοί επιστήμονες που δεν συμμετείχαν στη μελέτη υποστήριξαν ότι η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς δείχνει ότι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται τυπικά για την αντιμετώπιση της καρδιαγγειακής νόσου μπορεί να προσφέρει οφέλη και στην θεραπεία της ελκώδους κολίτιδας.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the American Medical Informatics Association.

Αναζήτηση Γονιδίων

Οι επιστήμονες έψαξαν αρχικά τη βάση NCBI Gene Expression Omnibus (GEO) προκειμένου να εξετάσουν αν υπάρχουν δεδομένα γονιδιακής έκφρασης από βιοψίες ορθού τόσο από ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα όσο και από ασθενείς χωρίς τη νόσο.

Συνολικά, οι επιστήμονες κατάφεραν να ανακαλύψουν δεδομένα γονιδιακής έκφρασης για 171 ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα και 101 ασθενείς που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Από την ανάλυση των παραπάνω, οι επιστήμονες συνέδεσαν τη νόσο με 1.248 γονίδια.

Στα γονίδια αυτά υπήρχαν αρκετά που συνδέονται με το ανοσοποιητικό σύστημα και τη φλεγμονή, μεταξύ των οποίων τα γονίδια της σηματοδότησης των κυτταροκινών και της ιντερλευκίνης, καθώς και αρκετά γονίδια που συνδέονται με το ρύθμιση του συστήματος της επίκτητης ανοσίας.

Ακολούθως οι επιστήμονες εξέτασαν 781 φάρμακα που παρεμβαίνουν στη λειτουργία των παραπάνω γονιδίων, τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί από το FDA για άλλες νόσους.

Τα φάρμακα που αναδείχθηκαν αρχικά από την παραπάνω ανάλυση ήταν η βεμουραφενίμπη και η γκεφιτινίμπη, δύο φάρμακα που χορηγούνται τυπικά στην αντιμετώπιση του καρκίνου.

Ωστόσο, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι τα δύο αυτά φάρμακα συνδέονται με αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες, επομένως προχώρησαν στο τρίτο κατά σειρά φάρμακο, την ατορβαστατίνη. Το φάρμακο αυτό επηρεάζει τη λειτουργία των 731 από τα 1.248 (58%) γονίδια που συνδέονται με την παθολογία της ελκώδους κολίτιδας.

Θέλοντας να εξετάσουν περαιτέρω τις επιδράσεις του παραπάνω φαρμάκου, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από τις βάσεις Stanford Research Repository (STARR) και Optum Clinformatics DataMart. Στις δύο παραπάνω βάσεις επικεντρώθηκαν περισσότερο στη σύνδεση ανάμεσα στην ατορβαστατίνη και τον κίνδυνο κολεκτομής στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα.

Όπως διαπίστωσαν, οι ασθενείς που έπαιρναν στατίνες είχαν 50% μειωμένο κίνδυνο κολεκτομής ή νοσηλείας ανεξαρτήτως ηλικίας. Οι ασθενείς αυτοί έπαιρναν επίσης λιγότερα στεροειδή.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι αυτοί που έπαιρναν ατορβαστατίνη για 6 μήνες ή περισσότερο είχαν μειωμένα ποσοστά κολεκτομής σε σχέση με αυτούς που έπαιρναν το φάρμακο για λιγότερο από 6 μήνες. Κατέληξαν, ακόμη, ότι το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα φάρμακα αυτής της κατηγορίας (στατίνες).

Αποκαλύπτοντας τους Μηχανισμούς της Νόσου

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, προηγούμενες μελέτες είχαν ήδη δείξει ότι τόσο η ατορβαστατίνη, όσο και άλλες στατίνες έχουν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Για παράδειγμα, μπορούν να μειώσουν την έκφραση γονιδίων που εμπλέκονται στη φλεγμονή, περιορίζοντας παράλληλα και την κολίτιδα.

Αν και οι επιστήμονες δεν κατανοούν πλήρως τους μηχανισμούς που εμπλέκονται στις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες της ατορβαστατίνης, γενετικές αναλύσεις έδειξαν ότι τα φάρμακα επηρεάζουν τα γονίδια CXCL1, CXCL3 και ICAM1. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα γονίδια αυτά εκφράζονται περισσότερο σε μοντέλα πειραματοζώων ελκώδους κολίτιδας καθώς και δείγματα ιστών από ασθενείς με τη νόσο.

Αν και αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές μελέτες, αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι η μακροχρόνια θεραπεία με στατίνες μπορεί να περιορίσει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο κολεκτομής.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι υπάρχει βάση για να εξεταστεί η ατορβαστατίνη ως φάρμακο για την ελκώδη κολίτιδα.

«Γνωρίζουμε εδώ και αρκετά χρόνια ότι οι στατίνες έχουν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, ωστόσο ακόμα δεν ξέρουμε ποιος είναι ο ακριβής μηχανισμός», αναφέρει ο επικεφαλής της μελέτης Purvesh Khatri.

«Ένα από τα επόμενα βήματα είναι να κατανοήσουμε τον μηχανισμό αυτό, γεγονός που μπορεί να μας οδηγήσει σε νέες θεραπείες για την ελκώδη κολίτιδα».

«Θα πρέπει επίσης να επιβεβαιώσουμε αν η σύνδεση αυτή παρατηρείται και με άλλα φάρμακα εκτός των στατινών. Αν και η ανάλυσή μας έδειξε οι υπόλοιπες στατίνες είναι πιθανώς το ίδιο αποτελεσματικές με την ατορβαστατίνη, το δείγμα που εξετάσαμε δεν είχε επαρκή αριθμό ασθενών που έπαιρναν άλλες στατίνες», πρόσθεσε ο ίδιος.

Περιορισμοί της Έρευνας

Οι επιστήμονες σημείωσαν ότι καθώς χρησιμοποίησαν μόνο βάσεις δεδομένων, το επόμενο βήμα είναι να γίνουν έρευνες που θα παρακολουθήσουν τους ασθενείς για ένα συγκεκριμένο διάστημα.

Αν και το δείγμα που εξετάστηκε ήταν αρκετά καλό, υπάρχουν περιορισμοί από τις μελέτες που χρησιμοποιούν βάσεις δεδομένων.

Για παράδειγμα, οι επιστήμονες δεν ήταν δυνατό να γνωρίζουν από ποιο φαινότυπο ελκώδους κολίτιδας έπασχε ο κάθε ασθενής, κάτι που σίγουρα μπορεί να επηρέασε τα αποτελέσματα.

Προφανώς, αν και οι παραπάνω περιορισμοί μειώνουν την ισχύ των αποτελεσμάτων, η έρευνα είχε επαρκή δεδομένα για να αποδείξει ότι η ατορβαστατίνη συνδέεται με οφέλη για τους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα. Για τις υπόλοιπες στατίνες θα πρέπει να γίνουν νέες μελέτες, κατέληξαν.