Νέα δεδομένα για τα εμβόλια της COVID-19 σε ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση έδειξαν ότι ορισμένα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν την απόκριση της χυμικής ανοσίας. Συγκεκριμένα, τα αντι-CD20 αντισώματα ocrelizumab και rituximab συνδέονται με μειωμένη απόκριση στα εμβόλια, κάτι που ωστόσο δεν παρατηρήθηκε στο ofatumumab. Περιορισμός της ανοσιακής απόκρισης παρατηρήθηκε και σε ορισμένους ασθενείς που έπαιρναν fingolimod.

Τα δεδομένα της μελέτης προέρχονται από την Ισπανία και παρουσιάστηκαν στο συνέδριο European Committee for Treatment and Research in Multiple Sclerosis (ECTRIMS), το οποίο διεξήχθη διαδικτυακά φέτος εξ’ αιτίας της πανδημίας.

Κατά την παρουσίαση των δεδομένων, η επικεφαλής της μελέτης Celia Oreja-Guevara από τη Μαδρίτη, τόνισε: «Τα εμβόλια της COVID-19 που κυκλοφορούν σήμερα είναι ασφαλή και αποτελεσματικά στους περισσότερους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση. Ωστόσο, θα πρέπει να εξεταστεί περισσότερο η στρατηγική χορήγησής τους σε ασθενείς που λαμβάνουν αντι-CD20 ή S1P αναστολείς (όπως το fingolimod)».

«Στη μελέτη μας δείξαμε ότι οι ασθενείς που παίρνουν ocrelizumab ή rituximab παρουσιάζουν πολύ χαμηλή απόκριση αντισωμάτων στα εμβόλια της COVID-19», πρόσθεσε. «Ωστόσο, προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, επομένως έχουν κάποια οφέλη από τα εμβόλια».

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν την απόκριση αντισωμάτων στα εμβόλια της COVID-19 3 εβδομάδες, 6 εβδομάδες και 3 μήνες μετά τη χορήγηση της 1ης δόσης των εμβολίων σε 165 ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση και 200 υγιείς εθελοντές που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

120 ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση έκαναν κάποιο mRNA εμβόλιο, ενώ οι υπόλοιποι έκαναν το εμβόλιο της AstraZeneca. Η μέση ηλικία των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση ήταν τα 45, ενώ της ομάδας ελέγχου τα 46.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν ήταν παρόμοιες στις 2 ομάδες. Κανένας ασθενής με πολλαπλή σκλήρυνση δεν παρουσίασε υποτροπή της νόσου μετά τη χορήγηση του εμβολίου.

Ο μέσος τίτλος αντισωμάτων ήταν ελαφρώς χαμηλότερος στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Συγκεκριμένα στις 3 εβδομάδες, ο μέσος τίτλος αντισωμάτων ήταν 7.910 AU/mL στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση και 9.397 AU/mL στην ομάδα ελέγχου. Στις 6 εβδομάδες ήταν 16.347 και 18.120, αντίστοιχα.

Οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση που έκαναν το εμβόλιο της AstraZeneca παρουσίασαν ηπιότερη απόκριση της χυμικής ανοσίας σε σχέση με αυτούς που έκαναν mRNA εμβόλια, ωστόσο το φαινόμενο αυτό παρατηρήθηκε και στην ομάδα ελέγχου.

Τα περισσότερα φάρμακα που χορηγούνται στην πολλαπλή σκλήρυνση δεν συνδέθηκαν με μειωμένη απόκριση. Εξαίρεση αποτέλεσαν, ωστόσο οι τα αντι-CD20 και συγκεκριμένα τα ocrelizumab και rituximab. Συγκεκριμένα, από τους 20 ασθενείς που έπαιρναν το πρώτο φάρμακο, μόλις 3 παρουσίασαν απόκριση αντισωμάτων. Είναι σημαντικό να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι και για τους 3 παραπάνω ασθενείς, η τελευταία θεραπεία με το φάρμακο ήταν πάνω από 6 μήνες πριν το εμβόλιο. Από τους 6 ασθενείς που έπαιρναν rituximab κανένας δεν παρουσίασε απόκριση αντισωμάτων στα εμβόλια της COVID-19.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, οι ασθενείς που παίρνουν ocrelizumab μπορεί να έχουν χειρότερη πρόγνωση σε μία λοίμωξη με τον ιό. «Στο πρώτο κύμα της πανδημίας στη Μαδρίτη, 5 ασθενείς που έπαιρναν ocrelizumab νόσησαν από COVID-19, εκ των οποίων οι 4 χρειάστηκαν νοσηλεία», εξήγησαν.

Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει ίσως να χορηγούμε το εμβόλιο όσο το δυνατόν πιο αργά μετά την τελευταία δόση του ocrelizumab, όπως υποστήριξαν, καθώς σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της μελέτης τους, όσο περισσότερος καιρός είχε περάσει από τη δόση του φαρμάκου, τόσο περισσότερα ήταν τα αντισώματα που δημιουργούσε το εμβόλιο.

Μάλιστα, 2 ασθενείς που εξετάστηκαν στην έρευνα έκαναν το εμβόλιο σχεδόν 1 έτος μετά την τελευταία δόση του ocrelizumab και παρουσίασαν απόκριση της χυμικής ανοσίας συγκρίσιμη με αυτή των εθελοντών της ομάδας ελέγχου.

Ένα νέο αντι-CD20 φάρμακο που χορηγείται στη θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης, το ofatumumab, δεν φάνηκε να επηρεάζει την απόκριση στα εμβόλια. Από τους 5 ασθενείς που έπαιρναν το φάρμακο αυτό, οι 4 παρουσίασαν ικανοποιητική απόκριση αντισωμάτων.

Το παραπάνω φαινόμενο, σύμφωνα με την Oreja-Guevara, μπορεί να εξηγηθεί καθώς το φάρμακο αυτό δεν προκαλεί σημαντική εξάντληση των Β λεμφοκυττάρων. Το ofatumumab χορηγείται κάθε 4 εβδομάδες και τα Β λεμφοκύτταρα που καταστρέφει αναπληρώνονται άμεσα.

Το fingolimod ήταν ένα άλλο φάρμακο για την πολλαπλή σκλήρυνση που φάνηκε να επηρεάζει επίσης την απόκριση αντισωμάτων στα εμβόλια της COVID-19, αν και παρατηρήθηκε σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στους ασθενείς. Συγκεκριμένα, από τους 16 ασθενείς που έπαιρναν το φάρμακο αυτό, οι 4 δεν παρουσίασαν καμία απόκριση από τη χυμική ανοσίας μετά τον εμβολιασμό, οι 7 παρουσίασαν μέτρια απόκριση, ενώ οι 5 είχαν εξίσου ισχυρή απόκριση με αυτή των εθελοντών στην ομάδα ελέγχου.

Το Fingolimod Επηρεάζει και την Κυτταρική Ανοσία

Οι παρατηρήσεις της παραπάνω μελέτης συμφωνούν με αυτές μίας προηγούμενης έρευνας από το Ισραήλ.

Η έρευνα αυτή δημοσιεύτηκε στις αρχές του έτους και ανέλυσε την απόκριση της χυμικής ανοσίας σε 125 ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση 1 μήνα μετά τη χορήγηση του εμβολίου της Pfizer.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, το 97.9% της ομάδας ελέγχου παρουσίασε ικανοποιητική απόκριση της χυμικής ανοσίας. Στην ομάδα των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση το 100% αυτών που δεν έπαιρναν καμία θεραπεία και το 100% των ασθενών που έπαιρναν cladribine είχαν επίσης ικανοποιητική απόκριση. Αντιθέτως, σε αυτούς που έπαιρναν ocrelizumab μόλις το 22.7% παρουσίασε ικανοποιητική απόκριση, ενώ σε αυτούς που έπαιρναν fingolimod το ποσοστό ήταν μόλις 3.8%.

Για τους ασθενείς που έπαιρναν ocrelizumab, οι επιστήμονες της μελέτης υποστήριξαν ότι θα πρέπει ίσως να έχει περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία δόση του φαρμάκου μέχρι να χορηγηθεί το εμβόλιο προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη απόκριση.

Γι’ αυτούς που έπαιρναν fingolimod, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι η μειωμένη ανοσιακή απόκριση αποδίδεται πιθανώς στο χαμηλό αριθμό λεμφοκυττάρων (<1.000 κύτταρα/mm3). Ωστόσο, ακόμα και οι ασθενείς που είχαν απόλυτο αριθμό λεμφοκυττάρων πάνω από 1.000 κύτταρα>mm3, δεν παρουσίασαν καμία απόκριση.

Στο συνέδριο του ECTRIMS, οι επιστήμονες της μελέτης από το Ισραήλ παρουσίασαν περαιτέρω δεδομένα σχετικά με την απόκριση Β και Τ λεμφοκυττάρων στα εμβόλια της COVID-19.

Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ειδικά Β και Τ λεμφοκύτταρα για τον SARS-CoV-2 στο 50% των εθελοντών της ομάδας ελέγχου, στους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση που δεν έπαιρναν καμία θεραπεία και σε αυτούς που έπαιρναν cladribine.

Αν και η απόκριση των Β λεμφοκυττάρων ήταν σχεδόν απούσα στους ασθενείς που έπαιρναν ocrelizumab, η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων ήταν συγκρίσιμη με αυτή της ομάδας ελέγχου. Οι ασθενείς που έπαιρναν fingolimod δεν είχαν καθόλου απόκριση από τα Β ή τα Τ λεμφοκύτταρα.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι οι ασθενείς που παίρνουν ocrelizumab θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 9 μήνες από την τελευταία δόση του φαρμάκου για να κάνουν το εμβόλιο της COVID-19, ενώ οι ασθενείς που παίρνουν fingolimod θα πρέπει να αλλάξουν ίσως το φάρμακο αυτό με κάποιο άλλο.

Μία μεγάλη βάση δεδομένων από το Ισραήλ έδειξε ότι παρά τη μειωμένη απόκριση της χυμικής ανοσίας στους ασθενείς που έπαιρναν fingolimod, δεν καταγράφηκαν περισσότερα περιστατικά COVID-19 σε αυτή την ομάδα.

Ένα γεγονός που προκάλεσε επίσης έκπληξη στους επιστήμονες είναι ότι ακόμα και ορισμένοι εθελοντές της ομάδας ελέγχου δεν παρουσίασαν ικανοποιητική απόκριση των Β ή των Τ λεμφοκυττάρων μετά τις 2 δόσεις του εμβολίου της COVID-19. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και στους ασθενείς που ανάρρωσαν από την COVID-19 λοίμωξη, όπου και πάλι η απόκριση των Β λεμφοκυττάρων δεν ήταν 100%.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι πιθανώς ανεξαρτήτως αν έχουν πολλαπλή σκλήρυνση ή όχι, όλοι οι ασθενείς χρειάζονται μία τρίτη δόση των εμβολίων.