Ένα νέο πειραματικό εμβόλιο προσφέρει ελπίδα στους εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως που πάσχουν από άσθμα. Αν και το εμβόλιο έχει δοκιμαστεί αυτή τη στιγμή με επιτυχία μόνο στα πειραματόζωα, σύμφωνα με την εταιρία που το ανέπτυξε, θα ξεκινήσει σύντομα να εξετάζεται και σε ανθρώπους εθελοντές. Αν αποδειχθεί τελικά αποτελεσματικό, τότε θα έχουμε μία νέα ασφαλή, φτηνή και μακροπρόθεσμη μέθοδο πρόληψης των επεισοδίων άσθματος.

«Ο στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε μία μέθοδο πρόληψης για τους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρές μορφές άσθματος», υποστήριξε ο Laurent Guilleminault, ένας από τους επιστήμονες που ανέπτυξαν το εμβόλιο από το Toulouse Institute for Infectious and Inflammatory Diseases (Infinity) στη Γαλλία.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η ντουπιλουμάμπη, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση του εκζέματος, μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα και να βελτιώσει την πνευμονική λειτουργία στα περιστατικά σοβαρού άσθματος.

Τα οφέλη από τη χρήση του φαρμάκου αποδίδονται πιθανώς στον αποκλεισμό της σηματοδότησης της ιντερλευκίνης-4 (IL-4) και της ιντερλευκίνης-13 (IL-13), δύο κυτταροκινών που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανοσιακή απόκριση, αλλά εμπλέκονται επίσης στη φλεγμονή τύπου 2 που αποκλείει τους αεραγωγούς στο 50-70% των ασθενών με άσθμα.

Στους ασθενείς που πάσχουν από αλλεργικό άσθμα, η έκθεση σε κόκκους σκόνης, γύρη ή άλλα αλλεργιογόνα μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική παραγωγή των παραπάνω κυτταροκινών, καθώς και της ανοσοσφαιρίνης E (IgE), ενός αντισώματος, γεγονός που αυξάνει τα επίπεδα της φλεγμονής στους αεραγωγούς.

Αν και η ντουπιλουμάμπη ή άλλες θεραπείες μονοκλωνικών αντισωμάτων μπορεί να περιορίσουν τα παραπάνω συμπτώματα, είναι ακριβές θεραπείες που χρειάζονται συνεχείς εγχύσεις. Αντίθετα, ένα εμβόλιο μπορεί να επιτύχει τον ίδιο στόχο μακροπρόθεσμα με πολύ χαμηλότερο κόστος.

«Εμβόλια όπως τα κινοειδή μπορεί να προκαλέσουν παραγωγή αντισωμάτων μεγάλης διάρκειας για μία κυτταροκίνη. Αποτελούν επίσης πολύ καλύτερη εναλλακτική σε σχέση με τη θεραπευτική χορήγηση μονοκλωνικών αντισωμάτων», υποστήριξαν οι επιστήμονες της έρευνας.

«Η βάση για την ανάπτυξη του εμβολίου μας ήταν ότι η ανοσοποίηση για τις IL-4 και IL-13 θα ήταν μία καλή προσέγγιση για τον περιορισμό των συμπτωμάτων του χρονίου άσθματος», συμπλήρωσαν.

Το εμβόλιο που αναπτύχθηκε από το Infinity, το Ινστιτούτο Pasteur του Παρισίου και τη Γαλλική εταιρία βιοτεχνολογίας Neovacs, περιέχει τις ανασυνδυασμένες κυτταροκίνες σε συνδυασμό με την πρωτεΐνη-μεταφορέα CRM197.

Όπως προαναφέρθηκε, το εμβόλιο εξετάστηκε αρχικά σε πειραματόζωα. Περίπου το 90% των αυτών που έλαβαν το εμβόλιο ανέπτυξαν εξουδετερωτικά αντισώματα για την IL-4 και την Il-13 σχεδόν 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό, τα οποία παρέμειναν για τουλάχιστον 1 έτος. Το 60% των πειραματοζώων, μάλιστα, είχε υψηλά επίπεδα των αντισωμάτων, ακόμα και μετά από αυτό το διάστημα.

«Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι είναι δυνατό να επιτευχθεί μακροπρόθεσμη εξουδετέρωση των IL-4 και IL-13 μέσω του εμβολιασμού με κινοειδή», έγραψαν οι επιστήμονες.

Επιπλέον, σε ένα μοντέλο ποντικών με άσθμα τα οποία εκτέθηκαν σε κόκκους σκόνης (ένα από τα συχνότερα αλλεργιογόνα στον άνθρωπο), διαπιστώθηκε ότι όσα ποντίκια είχαν κάνει το εμβόλιο διατήρησαν την πνευμονική τους λειτουργία, ενώ τα υπόλοιπα παρουσίασαν συμπτώματα άσθματος.

Σε γενετικά τροποποιημένα ποντίκια που παρήγαγαν τις κυτταροκίνες IL-4 και IL-13 του ανθρώπου, το εμβόλιο κατάφερε και πάλι να εξουδετερώσει τις κυτταροκίνες και να περιορίσει τα επίπεδα της IgE για τουλάχιστον 11 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό.

Προφανώς στο στάδιο αυτό δεν μπορούμε ακόμα να πούμε με βεβαιότητα ότι το εμβόλιο θα είναι εξίσου αποτελεσματικό και στον άνθρωπο, ωστόσο τα δεδομένα από τις μελέτες σε πειραματόζωα είναι πολύ ενθαρρυντικά.

Προς το παρόν, όπως δήλωσαν οι επιστήμονες, φαίνεται ότι το εμβόλιο μπορεί να εξουδετερώσει τις IL-4 και IL-13 μακροπρόθεσμα, προστατεύοντας από διάφορα συμπτώματα του χρονίου άσθματος, όπως η ηωσινοφιλία, η υπερβολική παραγωγή βλέννης και η υπερευαισθησία των αεραγωγών.

Η διάρκεια της προστασίας, αλλά και ο μηχανισμός μέσω του οποίου ο αποκλεισμός των κυτταροκινών επιτυγχάνει τους παραπάνω στόχους, είναι ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν από μελλοντικές μελέτες. Αυτή τη στιγμή, πάντως, η προτεραιότητα είναι να ξεκινήσουν οι κλινικές δοκιμές με ανθρώπους εθελοντές.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.