Στις 25 Αυγούστου τα 23 μέλη του ME/CFS Clinical Coalition των ΗΠΑ δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό Mayo Clinic Proceedings νέες οδηγίες για τη διάγνωση και θεραπεία των ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Οι οδηγίες αυτές βασίζονται σε νέα δεδομένα για τη νόσο που δημοσιεύτηκαν μετά το 2018.

Όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς των οδηγιών, πάνω από το 90% των περιστατικών του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης είτε δεν έχουν διαγνωστεί είτε τα συμπτώματα των ασθενών έχουν αποδοθεί λανθασμένα σε άλλες νόσους, όπως η κατάθλιψη. Επιπλέον, αρκετοί ασθενείς που διαγνώστηκαν με το σύνδρομο λαμβάνουν παλαιότερες θεραπείες οι οποίες σήμερα έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι αποτελεσματικές.

«Παρά το γεγονός ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης επηρεάζει εκατομμύρια άτομα σήμερα, οι περισσότεροι γιατροί δεν γνωρίζουν πως να διαγνώσουν ή να αντιμετωπίσουν τη νόσο. Δυστυχώς, οι οδηγίες αυτή τη στιγμή είναι πολύ περιορισμένες με αποτέλεσμα αρκετοί ασθενείς να λαμβάνουν με αποτελεσματικές ή δυνητικά επιβλαβείς θεραπείες», αναφέρουν οι συγγραφείς των οδηγιών.

Μετά την αποδρομή της οξείας COVID-19 λοίμωξης, αρκετοί ασθενείς παρουσιάζουν συμπτώματα συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, γεγονός που έχει δημιουργήσει αυξημένο ενδιαφέρον για την διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου. Η εμφάνιση του συνδρόμου μετά από μία οξεία λοίμωξη δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς στο παρελθόν είχαν καταγραφεί αντίστοιχα περιστατικά της νόσου που εμφανίστηκαν μετά από λοίμωξη με τον Epstein-Barr.

Στο έγγραφο των οδηγιών υπάρχουν επίσης δεδομένα σχετικά με την επιδημιολογία, τα αίτια, την παθοφυσιολογία και την πρόγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Όπως αναφέρουν οι συγγραφείς, αρκετές έρευνες έχουν διαπιστώσει παθολογία σε αρκετά οργανικά συστήματα, όπως για παράδειγμα το νευρικό, το ανοσοποιητικό, αλλά και ο μεταβολισμός.

Σύμφωνα με τις νεότερες οδηγίες,  τα κριτήρια για τη διάγνωση του συνδρόμου βασίζονται σε 4 κύρια συμπτώματα:

  • Σημαντική μείωση στη λειτουργικότητα του ατόμου (αναφορικά με την εργασία, τη μάθηση ή τις καθημερινές δραστηριότητες) που παραμένει για 6 μήνες ή περισσότερο
  • Αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση, δηλαδή επιδείνωση όλων των συμπτωμάτων όταν ο ασθενής ασκείται
  • Μη αναζωογονητικός ύπνος
  • Έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών ή/και ορθοστατική υπόταση

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, τα νέα διαγνωστικά κριτήρια έχουν επικεντρωθεί περισσότερο στο αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση και όχι τόσο στη χρόνια κόπωση, καθώς το τελευταίο εμφανίζεται σε αρκετές διαφορετικές νόσους. Αντιθέτως, το πρώτο σύμπτωμα είναι σχετικά σπάνιο και επομένως μπορεί να διευκολύνει τη διάγνωση. Επιπλέον, δεν είναι πλέον απαραίτητο να αποκλειστούν όλα τα πιθανά αίτια χρόνιας κόπωσης από τη διαφορική διάγνωση.

Οι οδηγίες αναφέρουν επίσης μία σειρά φαρμακευτικών και μη θεραπειών για καθένα από τα συμπτώματα του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, όπως το αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση, η ορθοστατική υπόταση, οι διαταραχές του ύπνου, η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών, το αίσθημα κόπωσης, οι διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, το άλγος και οι διαταραχές του γαστρεντερικού.

Οι συγγραφείς αναφέρουν επίσης ότι οι γιατροί δεν θα πρέπει πλέον να συστήνουν σταδιακή αύξηση της άσκησης και γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ως μεθόδους για την αντιμετώπιση της νόσου. Αντιθέτως, θα πρέπει να προτείνουν στους ασθενείς τη μέθοδο του “pacing”, μία εξατομικευμένη προσέγγιση στη διαχείριση της ενέργειας, η οποία έχει ως στόχο να περιορίσει τη διάρκεια, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα του αισθήματος κακουχίας μετά την άσκηση.

«Υπάρχουν αρκετές αγωγές που μπορεί να προτείνει ο γιατρός που δεν είναι απαραίτητα τροποποιητικές της νόσου. Αντίστοιχες θεραπείες χορηγούνται σήμερα και σε άλλες χρόνια νοσήματα για τα οποία οι θεραπευτικές επιλογές είναι πολύ περιορισμένες. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τη σημαντικότητα των υποστηρικτικών θεραπειών», αναφέρουν οι επιστήμονες.

Οι οδηγίες έχουν βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία της επιστημονικής ομάδας που τις συνέταξε, καθώς σήμερα υπάρχουν ελάχιστες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, ενώ και οι υπόλοιπες μελέτες είναι πολύ περιορισμένες.

Οι συγγραφείς στάθηκαν επίσης στη σύνδεση ανάμεσα στο σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και τη long COVID. Όπως υποστήριξαν, αν ένας ασθενής με long COVID πληροί τα κριτήρια για τη διάγνωση του συνδρόμου, τότε πιθανώς θα πρέπει να λάβει θεραπείες για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, ιδιαίτερα αυτές που δεν έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες.