Μία νέα μετα-ανάλυση που εξέτασε δεδομένα από τη βάση UK Biobank διαπίστωσε ότι τα γενετικά αίτια του χρονίου πόνου διαφέρουν στους άνδρες και τις γυναίκες.

Η παρούσα μελέτη αποτελεί τη μεγαλύτερη του είδους της που εξετάζει τα αίτια του χρονίου πόνου και πως αυτά διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο.

«Η έρευνά μας αναδεικνύει τη σημαντικότητα του φύλου ως παράγοντα στον χρόνιο πόνο και δείχνει ότι υπάρχουν διαφορές στη γενετική του παραπάνω συμπτώματος ανάμεσα στα δύο φύλα», είπε η Keira Johnston, επικεφαλής της έρευνας από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.

Οι παθήσεις που συνδέονται με χρόνιο πόνο είναι ιδιαίτερα συχνές και προκαλούν σημαντική επιβάρυνση στην καθημερινότητα των ασθενών. Στο Δυτικό κόσμο, οι ασθενείς που υποφέρουν από χρόνιο πόνο είναι περισσότεροι από αυτούς που πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, διαβήτη και καρκίνο συνολικά. Ωστόσο, η χρηματοδότηση των ερευνών για τις παθήσεις χρονίου πόνου είναι ένα μικρό ποσοστό μπροστά σε αυτή των τελευταίων νόσων.

Επιπλέον, ακόμα και όταν γίνονται έρευνες για το χρόνιο πόνο, αυτές δεν εξετάζουν συνήθως τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι γυναίκες έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τους άνδρες να παρουσιάσουν κάποια νόσο που σχετίζεται με χρόνιο πόνο, ωστόσο στο 80% των ερευνών που ασχολούνται με παραπάνω νόσους, εξετάζονται αποκλειστικά αρσενικά ποντίκια ή άνδρες εθελοντές. Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με τις παθήσεις που σχετίζονται με χρόνιο πόνο στις γυναίκες, καθώς και τις θεραπείες που είναι περισσότερο αποτελεσματικές για την αντιμετώπισή τους.

Αν και πιθανώς υπάρχουν αρκετοί βιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που μπορεί να εξηγήσουν τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα, σύμφωνα με την παρούσα μελέτη ενοχοποιούνται και ορισμένοι γενετικοί παράγοντες.

Θέλοντας να εξετάσουν τη θεωρία τους, οι επιστήμονες εξέτασαν την παρουσία γονιδίων που συνδέονται με χρόνιο πόνο σε 209.093 γυναίκες και 178.556 άνδρες από τη Μεγάλη Βρετανία.

Τελικά, κατάφεραν να ανακαλύψουν 31 γονίδια στις γυναίκες και 37 γονίδια στους άνδρες, τα οποία δεν παρουσίαζαν σχεδόν καμία αλληλοεπικάλυψη. Αν και οι επιστήμονες παραδέχτηκαν ότι η μελέτη τους είχε σχετικά μικρό μέγεθος, οι παρατηρήσεις της είναι αρκετά ενδιαφέρουσες.

Όταν οι ερευνητές εξέτασαν την έκφραση των παραπάνω γενετικών αλληλομόρφων σε διάφορους ιστούς ποντικών και ανθρώπων, παρατήρησαν ότι τα περισσότερα ενεργοποιούνται στο γάγγλιο της οπίσθιας νωτιαίας ρίζας, μία ομάδα νεύρων στο νωτιαίο μυελό που μεταφέρει σήματα στον εγκέφαλο.

Ορισμένα από τα γονίδια που ανακάλυψε η μελέτη έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με ψυχιατρικές νόσους ή περιορισμό της δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος. Μόλις 1 γονίδιο, το DCC, παρατηρήθηκε τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.

Το γονίδιο DCC κωδικοποιεί έναν υποδοχέα που προσδένεται σε μία πρωτεΐνη απαραίτητη για την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, και ιδιαίτερα του ντοπαμινεργικού συστήματος. Το τελευταίο έχει συνδεθεί προσφάτως με τη ρύθμιση των σημάτων του πόνου.

Το DCC αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου για την κατάθλιψη, ενώ αρκετές μεταλλάξεις του εμφανίζονται σε μία κληρονομική νόσο που συνδέεται με παθολογικές κινήσεις των άκρων.

Σήμερα είναι ακόμα άγνωστο ποια είναι η σύνδεση ανάμεσα στο γονίδιο DCC και την εμφάνιση χρονίου πόνου, ωστόσο σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα αποτελέσματά τους ενισχύουν τη θεωρία σχετικά με το ρόλο του νευρικού και του ανοσολογικού συστήματος στο χρόνιο πόνο τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Οι παρατηρήσεις τους είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε νέες θεραπείες.

Για παράδειγμα, αν ο χρόνιος πόνος συνδέεται περισσότερο με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος στις γυναίκες, τότε η χορήγηση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων θα είναι λιγότερο αποτελεσματική στους άνδρες Αντιθέτως, τα οποιειδή, τα οποία χορηγούνται συχνά σε ασθενείς με χρόνιο πόνο, μπορεί να έχουν αρνητικές επιδράσεις στις γυναίκες.

Προς το παρόν, βρισκόμαστε ακόμα σε θεωρητικό επίπεδο και θα πρέπει να γίνουν αρκετές άλλες έρευνες μέχρι να ανιχνευθούν οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα αναφορικά με το χρόνιο πόνο, κατέληξαν οι επιστήμονες.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Genetics.