Το ανοσολογικό σύστημα είναι ένα σύνθετο δίκτυο που εργάζεται ασταμάτητα για να προστατεύσει τον οργανισμό από μία σειρά παθογόνα, όπως βακτήρια, ιούς, παράσιτα και τοξίνες.

Το σύστημα αυτό αποτελείται από δύο γραμμές άμυνας, συγκεκριμένα τη φυσική και την επίκτητη ανοσία.

Η φυσική ανοσία είναι η πρώτη γραμμή άμυνας και περιλαμβάνει τους φυσικούς φραγμούς, δηλαδή το δέρμα και τους βλεννογόνους, καθώς και ορισμένες χημικές ή κυτταρικές άμυνες. Η φυσική ανοσία είναι μη ειδική, δηλαδή αντιδρά με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως του παθογόνου το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει.

Αν το σύστημα της φυσικής ανοσίας αποτύχει να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό εισβολέα, ενεργοποιείται το σύστημα της επίκτητης ανοσίας.

Το τελευταίο αποτελείται από εξειδικευμένα κύτταρα και πρωτεΐνες του αίματος τα οποία στοχεύουν ειδική την αιτία της λοίμωξης. Το σύστημα της επίκτητης ανοσίας έχει «μνήμη», επομένως μπορεί να προστατεύσει τον οργανισμό από μελλοντικές λοιμώξεις με το ίδιο παθογόνο.

Είναι προφανές ότι η επαρκής λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της γενικότερης υγείας μας. Ορισμένες παθήσεις, φάρμακα ή συνήθειες του τρόπου ζωής (όπως το κάπνισμα και η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ), μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά το παραπάνω σύστημα.

Σύμφωνα με τελευταία δεδομένα, η διατροφή είναι ένας ακόμα παράγοντας που μπορεί να έχει επιδράσεις στο ανοσολογικό σύστημα.

Μπορεί η Διατροφή να Επηρεάσει το Ανοσολογικό Σύστημα;

Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η διατροφή ενός ατόμου που μπορεί να επηρεάσει το ανοσολογικό σύστημα, αντίστοιχα με άλλους παράγοντες της υγείας.

Για παράδειγμα, τα τρόφιμα που καταναλώνουμε μπορεί να προκαλέσουν μεταβολές στο μικροβίωμα του εντέρου, τη διαπερατότητα του εντερικού τοιχώματος, τη φλεγμονή, καθώς και τη λειτουργία των λευκών αιμοσφαιρίων.

Συγκεκριμένα τρόφιμα έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο διαφόρων νόσων, αυξημένο κίνδυνο αλλεργιών, αλλά και περιορισμό της ανοσιακής απόκρισης.

Η Δυτική διατροφή περιέχει συνήθως υψηλά επίπεδα κορεσμένων λιπών, επεξεργασμένα τρόφιμα, ζάχαρη και αλάτι, καθώς και υψηλό αριθμό θερμίδων. Η δίαιτα αυτή περιέχει επίσης χαμηλές ποσότητες φρούτων, λαχανικών και ψαριών και έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο αρκετών χρονίων παθήσεων.

Σύμφωνα με τα δεδομένα αρκετών ερευνών, η Δυτική διατροφή προκαλεί φλεγμονή και επηρεάζει τη λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος, επάγοντας έτσι την εμφάνιση διαφόρων νόσων.

Αντίθετα, δίαιτες που περιέχουν τρόφιμα ολικής αλέσεως, φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηρούς καρπούς και θαλασσινά, έχουν συνδεθεί με μειωμένο κίνδυνο καθώς ενισχύουν τη δράση του ανοσολογικού συστήματος.

Σήμερα, γνωρίζουμε επίσης ότι η ανεπάρκεια ή έλλειψη ορισμένων θρεπτικών ουσιών, μεταξύ των οποίων η βιταμίνη D, ο ψευδάργυρος και η βιταμίνη C, μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη δράση του ανοσολογικού συστήματος.

Αν και είναι πλέον ξεκάθαρο ότι τα τρόφιμα που καταναλώνουμε μπορούν να επηρεάσουν τη γενικότερη υγεία μας, στην οποία περιλαμβάνεται και η λειτουργικότητα του ανοσολογικού συστήματος, η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους δύο παραπάνω παράγοντες είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Συγκεκριμένα, δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιοι είναι οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στην παραπάνω σύνδεση.

Οι Συνέπειες μίας Ανθυγιεινής Διατροφής

Η Δυτική διατροφή είναι πλούσια σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες, προστιθέμενα σάκχαρα, κορεσμένα λίπη και θερμίδες. Η δίαιτα αυτή μπορεί να έχει μία σειρά αρνητικές επιδράσεις στη λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος.

Τα περισσότερα τρόφιμα της διατροφής αυτής είναι επεξεργασμένα και περιέχουν υψηλά επίπεδα σακχάρων, τα οποία επάγουν τη φλεγμονώδη απόκριση.

Για παράδειγμα, οι σόδες, τα γλυκά, τα δημητριακά με ζάχαρη ή τα αρτοσκευάσματα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, επηρεάζουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, αυξάνοντας έτσι τα επίπεδα πρωτεϊνών που σχετίζονται με φλεγμονή, όπως ο TNF-α, η CRP και η ιντερλευκίνη 6 (IL-6). Τα παραπάνω τρόφιμα παρεμβαίνουν επίσης στη λειτουργία προστατευτικών κυττάρων του ανοσολογικού συστήματος, όπως τα ουδετερόφιλα και τα φαγοκύτταρα.

Μία έρευνα του 2012 στην οποία έλαβαν μέρος 562 ενήλικες άνω των 85 ετών χωρίς διαβήτη, διαπίστωσε ότι οι εθελοντές με τα υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είχαν τη χειρότερη απόκριση της φυσικής ανοσίας, καθώς και τα υψηλότερα επίπεδα CRP (δείκτης φλεγμονής).

Τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα έχουν συνδεθεί με μειωμένη ανοσιακή απόκριση και στους διαβητικούς ασθενείς.

Οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε σάκχαρα και επεξεργασμένους υδατάνθρακες μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τα βακτήρια του εντέρου, προκαλώντας έτσι μία σειρά διαταραχές του εντέρου.

Το μικροβίωμα του εντέρου παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην ανάπτυξη όσο και στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος.

Η Δυτική διατροφή έχει συνδεθεί επίσης με διαταραχές της ανοσιακή απόκρισης οι οποίες προκαλούνται από τα υψηλά επίπεδα κορεσμένων λιπών και το αλάτι.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι τα κορεσμένα λίπη επάγουν τη φλεγμονή, επηρεάζουν το μικροβίωμα του εντέρου και αναστέλλουν τη λειτουργία των λευκών αιμοσφαιρίων.

Οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι, με τη σειρά τους, έχουν συνδεθεί με ανεξέλεγκτη ανοσιακή απόκριση, μειωμένη ρύθμιση της φλεγμονής, καθώς και αυξημένο κίνδυνο για ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Η Δυτική διατροφή έχει συνδεθεί, τέλος, με αυξημένο κίνδυνο χρονίων νόσων, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης τύπου 2 και ορισμένες μορφές καρκίνου.

Η σύνδεση αυτή έχει αποδοθεί στη χρόνια ήπια φλεγμονή, καθώς και τις διαταραχές της ανοσιακής απόκρισης, την καθιστική ζωή και την έκθεση σε τοξίνες.

Ποιες Δίαιτες Ενισχύουν το Ανοσολογικό Σύστημα;

Αν και ορισμένες δίαιτες, όπως για παράδειγμα η Δυτική, μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά το ανοσολογικό σύστημα, άλλες μπορεί να έχουν αντίθετες επιδράσεις.

Η Μεσογειακή δίαιτα, για παράδειγμα, είναι πλούσια σε λαχανικά, όσπρια, ξηρούς καρπούς, φρούτα, τρόφιμα ολικής αλέσεως και ελαιόλαδο. Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η παραπάνω δίαιτα συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο αρκετών χρονίων νόσων και χαμηλότερους δείκτες φλεγμονής, ενώ έχει μία σειρά θετικές επιδράσεις στο εντερικό μικροβίωμα.

Οι δίαιτες με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, όπως η Μεσογειακή, ενισχύουν την παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου (SCFAs). Τα τελευταία είναι τελικά προϊόντα βακτηριακής ζύμωσης και είναι ιδιαίτερα ωφέλιμα για το έντερο.

Τα SCFAs έχουν τόσο τοπική όσο και συστηματική δράση και μπορούν να ρυθμίσουν την ανοσιακή απόκριση, ενισχύοντας παράλληλα την υγεία του εντερικού επιθηλίου. Το τελευταίο, αποτελεί σημαντικό κομμάτι του ανοσολογικού συστήματος και δρα ως φραγμός για τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Τα SCFAs μειώνουν επίσης την παραγωγή φλεγμονωδών πρωτεϊνών από τα κύτταρα του ανοσολογικού συστήματος.

Οι δίαιτες πλούσιες σε φρούτα, λαχανικά, ελαιόλαδο, ξηρούς καρπούς, σπόρους και λιπαρά ψάρια περιέχου επίσης υψηλά επίπεδα θρεπτικών ουσιών, όπως οι βιταμίνες Α, C, D, B6 και Β12, ο ψευδάργυρος, ο χαλκός, το φολικό οξύ, ο σίδηρος και το σελήνιο. Οι παραπάνω ουσίες είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η χορτοφαγική διατροφή συνδέεται με μειωμένους δείκτες φλεγμονής, όπως η CRP, το ινωδογόνο και η IL-6. Το γεγονός αυτό αποδίδεται εν μέρει στις ουσίες που βρίσκονται στα φρούτα και τα λαχανικά, οι οποίες ενισχύουν την ανοσιακή απόκριση.

Τα τρόφιμα πλούσια σε υγιεινά λίπη, φυτικές ίνες, βιταμίνες, πρωτεΐνες, μέταλλα και ωφέλιμα φυτικά συστατικά βοηθούν στον περιορισμό της συστηματικής φλεγμονής, ενισχύουν τη διατήρηση της ισορροπίας του εντερικού μικροβιώματος, περιορίζουν το οξειδωτικό στρες και τις κυτταρικές βλάβες, βοηθούν στη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης και ενισχύουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητα για τη διατήρηση της υγείας του ανοσολογικού συστήματος.

Τέλος, έρευνες έχουν δείξει ότι, στους ασθενείς με ανεπάρκεια, τα συμπληρώματα βιταμίνης D, ψευδαργύρου και βιταμίνης C μπορεί να ενισχύσουν τη λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος και να περιορίσουν τον κίνδυνο λοιμώξεων.