Γνωρίζατε ότι τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα χορηγούνται σήμερα και σε ασθενείς που δεν πάσχουν από κατάθλιψη; Τα φάρμακα αυτά συνταγογραφούνται συχνά σε ασθενείς με χρόνιο πόνο, ιδιαίτερα όταν αυτός σχετίζεται με κάποια νόσο του νευρικού συστήματος (νευροπαθητικός πόνος), οσφυαλγία, αυχεναλγία ή ορισμένες μορφές αρθρίτιδας.

Μάλιστα, οι επίσημες οδηγίες για την αντιμετώπιση της χρόνιας οσφυαλγίας και της οστεοαρθρίτιδας (η συχνότερη μορφή αρθρίτιδας) περιλαμβάνουν τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών.

Σήμερα, δεν γνωρίζουμε ακριβώς το μηχανισμό μέσω του οποίου τα αντικαταθλιπτικά περιορίζουν το αίσθημα άλγους. Μία θεωρία είναι ότι επηρεάζουν την ισορροπία χημικών ουσιών του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην αντίληψη του άλγους, ένας μηχανισμός που διαφέρει από αυτόν της αντικαταθλιπτικής τους δράσης.

Δεν Αποτελούν την Πρώτη Επιλογή στην Αντιμετώπιση του Άλγους

Τα αντικαταθλιπτικά δεν αποτελούν την πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση του χρονίου πόνου σε ασθενείς με ισχιαλγία, αυχεναλγία ή οστεοαρθρίτιδα του ισχίου ή του γόνατος. Συνήθως, ο γιατρός θα προτιμήσει άλλες θεραπείες, όπως για παράδειγμα φυσιοθεραπεία, φυσική άσκηση, απώλεια βάρους, χορήγηση ΜΣΑΦ ή ενέσεις κορτιζόνης. Ωστόσο, αν όλες οι παραπάνω θεραπείες αποτύχουν, τότε θα δοκιμάσει αντικαταθλιπτικά φάρμακα, όπως η ντουλοξετίνη ή η αμιτριπτυλίνη.

Όταν τα αντικαταθλιπτικά χορηγούνται για την αντιμετώπιση του άλγους, η αρχική δόση είναι συνήθως χαμηλή (πολύ χαμηλότερη σε σχέση με αυτή που δίνεται στους ασθενείς με κατάθλιψη) και μπορεί να αυξηθεί ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενούς. Ιδανικά, ο ασθενής θα παρουσιάσει βελτίωση μέσα σε λίγες εβδομάδες και ακολούθως θα συνεχίσει να λαμβάνει τη χαμηλότερη δυνατή δόση του φαρμάκου. Αν ο χρόνιος πόνος δεν περιοριστεί, αν εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες ή αν το αντικαταθλιπτικό μπορεί να αλληλεπιδράσει με κάποιο άλλο φάρμακο που παίρνει ο ασθενής, μπορεί να δοκιμαστούν διαφορετικά αντικαταθλιπτικά.

Μία Πρόσφατη Μελέτη Δείχνει ότι τα Αντικαταθλιπτικά Δεν έχουν Υψηλή Αποτελεσματικότητα

Προηγούμενες μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών στην αντιμετώπιση του χρονίου πόνου (ντουλοξετίνη στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, αμιτριπτυλίνη ή ντουλοξετίνη στη χρόνια ισχιαλγία, αμιτριπτυλίνη στη χρόνια αυχεναλγία) είχαν δείξει ότι τα φάρμακα μπορούν να προσφέρουν περιορισμένα οφέλη μικρής διάρκειας. Ωστόσο, οι έρευνες αυτές είχαν συνήθως μικρό μέγεθος και διάρκεια. Επίσης είχαν διαπιστώσει ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ναυτία, δυσκοιλιότητα και στυστική δυσλειτουργία στους ασθενείς.

Μία νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε φέτος, εξέτασε συνδυαστικά τα δεδομένα όλων των ερευνών προκειμένου να διαπιστώσει ποια είναι η αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων στην αντιμετώπιση του χρονίου πόνου.

Δυστυχώς, τα αποτελέσματά της επί το πλείστον αρνητικά. Συγκεκριμένα:

  • Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά περιόρισε ελάχιστα το άλγος και την αναπηρία συγκριτικά με ένα placebo. Το άλγος υποχώρησε κατά 4 πόντους σε μία κλίμακα από το 0 έως το 100, για παράδειγμα, γεγονός που δείχνει ότι τα φάρμακα είχαν μικρή επίδραση.
  • Οι ασθενείς που έπαιρναν συγκεκριμένα αντικαταθλιπτικά για την αντιμετώπιση του χρονίου πόνου συχνά σταμάτησαν τη λήψη του φαρμάκου λόγω μειωμένης αποτελεσματικότητας, ανεπιθυμήτων ενεργειών ή και των δύο.
  • Οι ασθενείς με χρόνιο πόνο και κατάθλιψη δεν παρουσίασαν μεγαλύτερη βελτίωση συγκριτικά με τους ασθενείς που είχαν μόνο χρόνιο πόνο.

Μοναδική εξαίρεση στις παρατηρήσεις της μελέτης ήταν η ισχιαλγία, για την οποία διαπιστώθηκε ότι τα αντικαταθλιπτικά μπορούν να περιορίσουν το άλγος για σχεδόν 1 έτος. Ωστόσο, οι έρευνες που κατέληξαν στο παραπάνω συμπέρασμα είχαν μικρό μέγεθος, επομένως τα αποτελέσματά τους θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες μελέτες.

Συνολικά, οι παρατηρήσεις της μελέτης δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων στην αντιμετώπιση του χρονίου πόνου. Ωστόσο, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο η χορήγηση των φαρμάκων αυτών να προσφέρει περισσότερα οφέλη σε ορισμένους ασθενείς σε σχέση με άλλους.