Η καταστολή της ικανότητας του ανοσοποιητικού συστήματος να προστατεύει τον οργανισμό και να αντιμετωπίζει τις λοιμώξεις είναι γνωστή ως ανοσολογική ανεπάρκεια ή ανοσοκαταστολή. Η ανοσολογική ανεπάρκεια μπορεί να είναι αποτέλεσμα νόσων που στοχεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) ή συνέπεια φαρμακευτικών παραγόντων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ορισμένων παθήσεων, όπως ο καρκίνος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανοσολογική ανεπάρκεια μπορεί να προκληθεί σκόπιμα. Η πρόκληση αυτή μπορεί να είναι απαραίτητη για θεραπευτικούς σκοπούς, για παράδειγμα για μία θεραπευτική παρέμβαση, όπως μία μεταμόσχευση ενός ιστού ή οργάνου, έτσι ώστε να μειωθεί η πιθανότητα απόρριψης του μοσχεύματος.

Ποια είναι τα αίτια της ανοσοκαταστολής;

Η ανοσοκαταστολή μπορεί να είναι αποτέλεσμα μίας σειράς συστηματικών νόσων. Παραδείγματα τέτοιων παθήσεων είναι:

Εκτός από τις συστηματικές νόσους, ορισμένες φαρμακευτικές και θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορούν να προκαλέσουν ανοσοκαταστολή. Παραδείγματα τέτοιων παρεμβάσεων είναι:

  • Τα Κορτικοστεροειδή
  • Οι Ανοσοσφαιρίνες
  • Οι Αντιμεταβολίτες
  • Οι Βιολογικοί Αλκυλιωτικοί Παράγοντες
  • Η Ιονίζουσα Ακτινοβολία

Ποια είναι τα σημεία και τα συμπτώματα της ανοσολογικής ανεπάρκειας;

Τυπικά, οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε λοιμώξεις από μικροοργανισμούς οι οποίοι φυσιολογικά δεν είναι επικίνδυνοι για υγιή άτομα. Οι λοιμώξεις αυτές είναι γνωστές ως ευκαιριακές και συμβαίνουν συχνά σε άτομα με αποδυναμωμένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Οι ευκαιριακές λοιμώξεις μπορεί να προκαλούνται από βακτήρια, ιούς, παράσιτα και μύκητες. Τα μικρόβια αυτά μεταδίδονται εύκολα μέσω των σωματικών υγρών, του αέρα ή των μολυσμένων τροφίμων, του νερού, των ζώων και αρκετών αντικειμένων. Εκτός από την παρούσα νόσο, στους ασθενείς αυτούς παρατηρούνται ακόμη μία σειρά άλλων διαταραχών στις εξετάσεις αίματος οι οποίες παραπέμπουν σε λοιμώδη αίτια.

Οι λοιμώξεις στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς διαρκούν συνήθως περισσότερο και εμφανίζονται συχνότερα. Είναι επίσης δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν σε σχέση με αντίστοιχες λοιμώξεις σε άτομα με φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστημα. Οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν συχνότερα λοιμώξεις του αναπνευστικού και του γαστρεντερικού σωλήνα, καθώς και φλεγμονή ή λοίμωξη σε άλλα οργανισκά συστήματα. Επιπλέον τα παιδιά με ανοσοκαστολή παρουσιάζουν συχνά σημεία διαταραχής της ανάπτυξης.

Πώς διαγιγνώσκεται και θεραπεύεται η ανοσολογική ανεπάρκεια;

Η ανοσολογική ανεπάρκεια μπορεί να διαγνωστεί εύκολα από τις διαταραχές στις εξετάσεις αίματος και συγκεκριμένα από τα επίπεδα των λευκών αιμοσφαιρίων και των ανοσοσφαιρινών, των πρωτεϊνών δηλαδή που σχετίζονται με την αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

Η λειτουργικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να εκτιμηθεί με περαιτέρω εξετάσεις που ελέγχουν για κυτταρική και χυμική ανοσία. Η κυτταρική ανοσία μπορεί να ελεγχθεί με τη βοήθεια εξετάσεων για την εκτίμηση της φαγοκυτταρικής λειτουργίας και της ενεργοποίησης των Τ κυττάρων. Αντίστοιχα, η χυμική ανοσία μπορεί να διερευνηθεί με τη χρήση τεχνικών μέτρησης των ανοσοσφαιρινών του ορού, της ποσότητας των Β κυττάρων και ειδικών εξετάσεων υπολογισμού των αντισωμάτων.

Ο στόχος στη θεραπεία της ανοσολογικής ανεπάρκειας είναι η αντιμετώπιση του προκλητικού παράγοντα, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Είναι σημαντικό να θεραπευτούν άμεσα και να προληφθούν οι λοιμώξεις, με παράλληλη ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος με χορήγηση φαρμάκων.

Τα αντιμικροβιακά έχουν ιδιαίτερη σημασία στην αντιμετώπιση των λοιμωδών παραγόντων. Αν ενοχοποιούνται βακτήρια, επιβάλλεται χορήγηση αντιβιοτικών άμεσα. Η χορήγησή τους πρέπει μάλιστα να συνεχίζεται για να προληφθούν περαιτέρω λοιμώξεις όσο το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς δεν έχει φτάσει σε επιθυμητό επίπεδο.

Υπάρχουν και άλλες θεραπείες που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να ενισχύσουν το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ανοσοκατεσταλμένου ασθενούς. Μία από αυτές είναι η χρήση ανοσοσφαιρινών που μπορεί να χορηγηθούν όπου χρειάζεται ενδοφλεβίως ή υποδερμικά.

Άλλα παραδείγματα θεραπειών για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος είναι η χρήση ιντερφερονών και αυξητικών παραγόντων, οι οποίοι παίζουν ρόλο στην ενεργοποίηση των ανοσιακών κυττάρων για την αντιμετώπιση των παθογόνων.

Φωτογραφία: NIAID