Συνήθως η ηλικία εμφάνισης υπέρτασης δεν καταγράφεται στο ιστορικό των ασθενών. Αυτό μάλλον πρέπει να αλλάξει.

Σε πρόσφατη μελέτη περιγράφονται αποτελέσματα παρακολούθησης 3614 γονιών και 1635 παιδιών, επί 26 χρόνια. Υπέρταση παρουσίασε το 29% των παιδιών. Βρέθηκε ότι αν οι γονείς παρουσίασαν υπέρταση νεότεροι, τότε τα παιδιά τους έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν υπέρταση κι αυτά. Για ένα γονιό με υπέρταση πριν από την ηλικία των 55 ετών, ο κίνδυνος υπέρτασης στο παιδί του ήταν 2,2 φορές μεγαλύτερος και αν και οι δύο γονείς ήταν υπερτασικοί πριν από τα 55 έτη η πιθανότητα ήταν 3,5 φορές μεγαλύτερη. Αν οι γονείς έγιναν υπερτασικοί σε μεγαλύτερη ηλικία, τα παιδιά τους έχουν τόση πιθανότητα να παρουσιάσουν υπέρταση όση και τα παιδιά μη υπερτασικών γονέων.

Βρέθηκε επίσης ότι η ηλικία εμφάνισης υπέρτασης έχει σημασία για την εμφάνιση θανατηφόρων καρδιαγγειακών επιπλοκών (εμφραγμάτων, αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων). Αν η υπέρταση εμφανιστεί σε ηλικία κάτω των 45 ετών ο κίνδυνος θανάτου από καρδιαγγειακό νόσημα είναι περισσότερο από διπλάσιος (2,2 φορές περισσότερος σε σχέση με μη υπερτασικά άτομα). Αντίθετα αν η υπέρταση εμφανιστεί σε άτομα άνω των 65 ετών ο κίνδυνος θανάτου είναι μιάμιση φορά μεγαλύτερος από τον κίνδυνο σε μη υπερτασικά άτομα.

Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η ηλικία στην οποία ένα άτομο εμφανίζει υπέρταση είναι σημαντική και αυτή η πληροφορία πρέπει να καταγράφεται και να συνεκτιμάται με τους άλλους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Καθώς φαίνεται από την έρευνα, οι νέοι με υπέρταση δεν λαμβάνουν με συνέπεια την κατάλληλη αντιυπερτασική αγωγή κι αυτό είναι επικίνδυνο. Τα μεγαλύτερα άτομα είναι περισσότερο συνεπή με την αγωγή τους.

Συνιστάται οι γονείς με υπέρταση που εκδηλώθηκε προ της ηλικίας των 55 ετών να ενημερώνουν τα παιδιά τους ώστε κι αυτά να ελέγχονται εγκαίρως και να ρυθμίζουν την αρτηριακή τους πίεση, όπως και να συμμορφώνονται και αυτά περισσότερο με τις οδηγίες για τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα (διατροφή, λήψη αλατιού, σωματική άσκηση, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία, κάπνισμα, χοληστερίνη και τριγλυκερίδια).

BMJ 2017