Οι ηλικιωμένοι που έχουν διαφορετική ώρα ύπνου και αφύπνισης ή ασταθή διάρκεια ύπνου κάθε βράδυ, έχουν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν καρδιαγγειακή νόσο σε σχέση με αυτούς που διατηρούν ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου καθημερινά, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Η έρευνα είχε διάρκεια 5 ετών και δείχνει ότι το ασταθές πρόγραμμα ύπνου αποτελεί έναν νέο και ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο. Επιπλέον, η διατήρηση ενός σταθερού προγράμματος ύπνου, μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου, αντίστοιχα με τη φυσική άσκηση, την υγιεινή διατροφή και οι υπόλοιπες αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως τόνισαν οι επιστήμονες.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the American College of Cardiology.

«Ελπίζουμε ότι η έρευνά μας θα αναδείξει τη σημαντικότητα της διατήρησης ενός σταθερού προγράμματος ύπνου στη βελτίωση της καρδιακής υγείας», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Tianyi Huang, Sc.D., ένας επιδημιολόγος από το Brigham and Women’s Hospital στη Βοστόνη.

«Το ασταθές πρόγραμμα ύπνου έχει συνδεθεί από αρκετές έρευνες με διάφορες αλλαγές στη λειτουργία του οργανισμού, όπως τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, αλλά και η φλεγμονή», είπε ο Michael Twery, PhD, διευθυντής του National Center on Sleep Disorders Research. «Η παρούσα μελέτη είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς είναι η μεγαλύτερη του είδους της και συνδέει ειδικά το ασταθές πρόγραμμα ύπνου με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου».

Προηγούμενες έρευνες είχαν συνδέσει επίσης τη μειωμένη διάρκεια ύπνου με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου, γεγονός που αναδεικνύει πόσο σημαντικό είναι να κοιμόμαστε τουλάχιστον 7-8 ώρες κάθε βράδυ. Αν και διάφοροι επιστήμονες είχαν υποστηρίξει ότι οι καθημερινές μεταβολές στο πρόγραμμα ύπνου μπορεί να επηρεάσουν επίσης αρνητικά την υγεία, αυτό δεν είχε επιβεβαιωθεί ακόμα από έρευνες.

Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες εξέτασαν συνολικά 1.992 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 45-84 ετών, οι οποίοι δεν έπασχαν από καρδιαγγειακή νόσο στην αρχή της έρευνας. Οι εθελοντές είχαν λάβει μέρος στο Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA) και ζούσαν στις ΗΠΑ. Από το σύνολο των εθελοντών, το 38% ήταν καυκάσιοι, το 28% ήταν αφροαμερικάνοι, το 22% ήταν λατινοαμερικάνοι, ενώ το 12% είχε καταγωγή από την Κίνα. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για 5 χρόνια (2010-2016).

Για να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το πρόγραμμα ύπνου των εθελοντών, οι τελευταίοι φόρεσαν συσκευές κινησιογραφίας στον καρπό τους για 1 εβδομάδα. Οι συσκευές κινησιογραφίας μοιάζουν με ρολόγια αλλά καταγράφουν τα επίπεδα δραστηριότητας ενός ατόμου, από τα οποία μπορεί να διαπιστωθεί αν κάποιος είναι ξύπνιος ή κοιμάται. Οι εθελοντές έκαναν επίσης μία μελέτη ύπνου στο σπίτι τους στην αρχή της έρευνας, ενώ συμπλήρωσαν και ερωτηματολόγια.

Στη διάρκεια των 5 ετών, 111 εθελοντές παρουσίασαν καρδιαγγειακά συμβάματα, όπως εμφράγματα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο, ή κατέληξαν από καρδιαγγειακά αίτια. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι εθελοντές με το πλέον ασταθές πρόγραμμα ύπνου είχαν υπερδιπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν καρδιαγγειακά συμβάματα σε σχέση με αυτούς που διατηρούσαν ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου. Η σύνδεση αυτή παρέμεινε ισχυρή ακόμα και μετά την προσαρμογή για γνωστούς παράγοντες κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο, αλλά και άλλους παράγοντες που σχετίζονται με τον ύπνο, όπως η αποφρακτική υπνική άπνοια και η μέση διάρκεια ύπνου.

Η σύνδεση ανάμεσα στο ασταθές πρόγραμμα ύπνου και την καρδιαγγειακή νόσο ήταν ισχυρότερη για τους αφροαμερικάνους παρά για τους καυκάσιους, είπαν οι ερευνητές. Η παρατήρηση αυτή συμφωνεί με τα τελευταία δεδομένα ερευνών που δείχνουν ότι οι καυκάσιοι διατρέχουν μειωμένο κίνδυνο διαταραχών του ύπνου σε σχέση με τις υπόλοιπες φυλές. Αν και οι προηγούμενες έρευνες είχαν διαπιστώσει επίσης ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν διαταραχές του ύπνου σε υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τους άνδρες, η παρούσα μελέτη δεν παρατήρησε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα.

Οι επιστήμονες δήλωσαν ότι δεν είναι ακόμα σαφές ποιοι είναι οι βιολογικοί μηχανισμοί που μπορούν να εξηγήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στην αστάθεια του προγράμματος ύπνου και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, ωστόσο υποστήριξαν ότι πιθανώς ενοχοποιούνται διάφοροι παράγοντες, ένας από τους οποίους είναι και οι διαταραχές του κιρκαδικού ρυθμού, δηλαδή του 24ωρου βιολογικού ρολογιού που ρυθμίζει τον κύκλο ύπνου-αφύπνισης. Πρόσφατες έρευνες από την ίδια ομάδα επιστημόνων είχαν συνδέσει τις διαταραχές του ύπνου με παθολογικές μεταβολικές αλλαγές που αυξάνουν τον κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη και υψηλής χοληστερόλης, με αποτέλεσμα οι επιστήμονες να θεωρήσουν ότι πιθανώς υπάρχει σύνδεση και με την καρδιαγγειακή νόσο.

Στις μελλοντικές τους μελέτες, οι επιστήμονες θα εξετάσουν αν υπάρχουν βιοδείκτες του αίματος που μπορούν να εξηγήσουν την παραπάνω σύνδεση. Θα χρειαστεί να γίνουν επίσης και άλλες έρευνες με μεγαλύτερο δείγμα ασθενών και διάρκεια παρακολούθησης οι οποίες θα επιβεβαιώσουν τα παραπάνω ευρήματα. Αν κατανοήσουμε επίσης τους μηχανισμούς της παραπάνω σύνδεσης θα είναι ευκολότερο να αναπτύξουμε νέες θεραπείες που θα βοηθήσουν τους ασθενείς να διατηρήσουν ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου.

Βιβλιογραφία: NIH