Τα γαλακτοκομικά προϊόντα όπως το τυρί, το βούτυρο και το πλήρες γάλα περιέχουν κορεσμένα λίπη. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λίπη, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το εγκεφαλικό επεισόδιο. Τα κορεσμένα λίπη έχουν συνδεθεί επίσης με αυξημένη θνησιμότητα. Λόγω της πολυπλοκότητας των γαλακτοκομικών προϊόντων είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πλήρως τις επιδράσεις τους στην υγεία. Πολλά από αυτά περιέχουν επίσης θρεπτικές ουσίες, όπως το ασβέστιο, οι οποίες είναι ωφέλιμες για την υγεία.

Κατά την πέψη των γαλακτοκομικών προϊόντων, τα λιπαρά οξέα της τροφής εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος. Τα λιπαρά οξέα αυτά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ερευνητικές μελέτες ως βιοδείκτες για την κατανάλωση των γαλακτοκομικών προϊόντων. Μία ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Δρ. Μαρσία ντε Ολιβέιρα Όττο και τον Δρ. Ντάριους Μοζαφάριαν εξερεύνησε τη σύνδεση μεταξύ των λιπαρών οξέων από τα γαλακτοκομικά προϊόντα και του κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων και θανάτου.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος περίπου 3000 ενήλικες από την Καλιφόρνια, το Μέριλαντ, τη Βόρεια Καρολίνα και την Πενσυλβάνια οι οποίοι είχαν ηλικία άνω των 65 ετών και δεν έπασχαν από παθήσεις του καρδιαγγειακού στην αρχή της μελέτης. Στους εθελοντές έγινε κλινική εξέταση και εργαστηριακές εξετάσεις και απάντησαν σε ερωτηματολόγια. Οι ερευνητές ανέλυσαν τρία λιπαρά οξέα οι τιμές των οποίων είναι ανάλογες με την ημερήσια κατανάλωση γαλακτοκομικών (πενταδεκανοϊκό, επταδεκανοϊκό και trans-παλμιτολεϊκό λιπαρό οξύ) σε δείγματα αίματος που ελήφθησαν στην αρχή της έρευνας, 6 χρόνια και 13 χρόνια αργότερα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο American Journal of Clinical Nutrition.

Περισσότεροι από 2400 εθελοντές πέθαναν κατά τη διάρκεια των 22 ετών της μελέτης. Οι ερευνητές έκαναν προσαρμογή για δημογραφικούς, διατροφικούς και καρδιακούς παράγοντες, καθώς και για παράγοντες που αφορούν τον τρόπο ζωής. Δεν παρατήρησαν σημαντική σύνδεση μεταξύ του συνολικού κινδύνου θανάτου και της μακροχρόνιας έκθεσης στα 3 αυτά λιπαρά οξέα των γαλακτοκομικών προϊόντων.

Στη συνέχεια, η ομάδα εξέτασε συγκεκριμένα αίτια θανάτου. Πάνω από 800 άτομα κατέληξαν από καρδιαγγειακά αίτια, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Περίπου 1600 θάνατοι ήταν αποτέλεσμα άλλων αιτιών, όπως ο καρκίνος και οι λοιμώξεις. Η ομάδα παρατήρησε χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακές παθήσεις (και ιδιαίτερα εγκεφαλικό επεισόδιο) στους εθελοντές με τα υψηλότερα επίπεδα επταδεκανοϊκού οξέος. Η ίδια ομάδα ασθενών είχε, ωστόσο, αυξημένο κίνδυνο θανάτου από μη καρδιαγγειακά αίτια. Οι δύο άλλες ομάδες λιπαρών οξέων δεν συνδέθηκαν με καρδιαγγειακά ή μη καρδιαγγειακά αίτια θανάτου.

Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν ένα συνεχώς αυξανόμενο όγκο δεδομένων που δείχνει ότι τα λιπαρά των γαλακτοκομικών προϊόντων δεν αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων ή συνολικής θνησιμότητας στους ηλικιωμένους.

«Τα αποτελέσματά μας υπογραμμίζουν την ανάγκη να αλλάξουν οι παρούσες οδηγίες διατροφής σχετικά με τα γαλακτοκομικά προϊόντα με πλήρη λιπαρά. Τα τελευταία είναι πλούσια σε θρεπτικές ουσίες όπως το ασβέστιο και το κάλιο», είπε ο Όττο.

Βιβλιογραφία: NIH