Οι δύο κύριες ορμόνες του φύλου, δηλαδή τα οιστρογόνα και η τεστοστερόνη, έχουν διάφορες επιδράσεις στον οργανισμό. Τα οιστρογόνα παράγονται κυρίως από τις ωοθήκες, ενώ αντίστοιχα η τεστοστερόνη παράγεται από τους όρχεις. Εκτός από τη σεξουαλική λειτουργία, οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν επίσης την υγεία των οστών, του εγκεφάλου και των αγγείων.

Με την ηλικία, τα επίπεδα των οιστρογόνων και της τεστοστερόνης μειώνονται με αποτέλεσμα να εμφανίζονται συχνά ανεπιθύμητα συμπτώματα όπως εξάψεις ή μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας. Για την αντιμετώπιση των παραπάνω συμπτωμάτων χορηγούνται από τους γιατρούς διάφορα σκευάσματα όπως χάπια, επιθέματα, κρέμες ή αλοιφές που περιέχουν τις ορμόνες αυτές. Πόσο ασφαλή είναι όμως τα προϊόντα αυτά για την καρδιά;

Η ορμονική θεραπεία έχει αποτελέσει διαχρονικά σημείο εντόνων αντιπαραθέσεων, ειδικά για τα οιστρογόνα. Στις γυναίκες, οι οδηγίες σχετικά με τη θεραπεία υποκατάστασης οιστρογόνων έχουν αλλάξει δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες ως αποτέλεσμα των πολυαρίθμων ερευνών για το θέμα. Αντιθέτως, τα δεδομένα σχετικά με τη θεραπεία τεστοστερόνης στους άνδρες είναι σχετικά φτωχά εξ’αιτίας της έλλειψης ερευνών. Ακολουθούν συνοπτικά όσα γνωρίζουμε σήμερα σχετικά με τις καρδιαγγειακές επιδράσεις της ορμονικής θεραπείας.

Θεραπεία Οιστρογόνων

Για αρκετές δεκαετίες, ένας μεγάλος αριθμός γυναικών ξεκινούσε θεραπεία με οιστρογόνα (συχνά σε συνδυασμό με προγεστερόνη, μία άλλη ορμόνη του φύλου) με την έλευση της εμμηνόπαυσης, όποτε και τα επίπεδα της ορμόνης ξεκινούσαν να μειώνονται. Ο λόγος για τη χορήγηση της παραπάνω θεραπείας ήταν η ανακούφιση από τις εξάψεις, την ξηρότητα του κόλπου και άλλα συμπτώματα που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση. Αρκετοί γιατροί, ωστόσο, χορηγούσαν ορμονική θεραπεία υποκατάστασης σε όλες τις ασθενείς τους, ανεξαρτήτως συμπτωματολογίας, καθώς πίστευαν ότι τα οιστρογόνα προστατεύουν από την καρδιακή νόσο και την οστεοπόρωση. Εκείνη την εποχή, οι φαρμακευτικές εταιρίες υποστήριζαν ότι υπάρχουν σημαντικά οφέλη από την ορμονική θεραπεία με αποτέλεσμα να χορηγούνται φάρμακα τυπικά στην εμμηνόπαυση.

Ωστόσο, το 2002, το Women’s Health Initiative διαπίστωσε ότι οι ορμονικές θεραπείες που χορηγούνται συχνότερα στην εμμηνόπαυση αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο (δηλαδή τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και εμφράγματος του μυοκαρδίου). Τα FDA των ΗΠΑ αντέδρασε άμεσα προσθέτοντας μία ετικέτα που προειδοποιούσε για τους κινδύνους σε κάθε φάρμακο της ορμονικής θεραπείας και, ως αποτέλεσμα, οι συνταγογραφήσεις ορμονικής θεραπείας μειώθηκαν κατακόρυφα.

Αν και στις περισσότερες γυναίκες τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης δεν προκαλούν σημαντική δυσφορία, ένα μικρό ποσοστό παρουσιάζει συχνές εξάψεις που διαταράσσουν τον ύπνο και την καθημερινή τους λειτουργικότητα. Εφόσον οι αλλαγές στον τρόπο ζωής δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των παραπάνω, μπορεί να χορηγηθεί ορμονική θεραπεία σε γυναίκες που δεν διατρέχουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η λήψη οιστρογόνων για λίγα χρόνια μετά την εμμηνόπαυση (που εμφανίζεται κατά μέσο όρο στην ηλικία των 51) δεν φαίνεται να προκαλεί σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία των αγγείων, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των πιο προσφάτων ερευνών.

Για τις γυναίκες που πρέπει να λάβουν ορμόνες, αυτές που χορηγούνται διαδερμικά (δηλαδή μέσω δερματικού επιθέματος), έχουν γενικά μικρότερη πιθανότητα να προκαλέσουν θρόμβους σε σχέση με τις ορμόνες που χορηγούνται σε μορφή χαπιού και επομένως αποτελούν καλύτερη επιλογή. Πριν τη χορήγηση ορμονικής θεραπείας πρέπει πάντοτε να γίνεται εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου και να χορηγείται η χαμηλότερη δυνατή δόση για μικρό διάστημα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να γίνεται τακτικά τσεκ-απ. Τα προϊόντα οιστρογόνων για τον κόλπο, τα οποία μειώνουν την ξηρότητα και περιορίζουν τη δυσφορία κατά τη σεξουαλική επαφή, δεν φαίνεται να συνδέονται με αυξημένους κινδύνους για την υγεία.

Θεραπεία Τεστοστερόνης

Αντίθετα με τα επίπεδα των οιστρογόνων, τα οποία πέφτουν απότομα όταν μία γυναίκα φτάσει στην εμμηνόπαυση, τα επίπεδα της τεστοστερόνης στους άνδρες μειώνονται σταδιακά μετά την ηλικία περίπου των 25. Ωστόσο, οι θεραπείες για την αντιμετώπιση της μείωσης στα επίπεδα των παραπάνω ορμονών έχουν κάποιες ομοιότητες.

Η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης έχει εγκριθεί μόνο για τους άνδρες που έχουν ανεπάρκεια της ορμόνης εξ’αιτίας διαταραχών στους όρχεις, την υπόφυση ή τον εγκέφαλο. Η κατάσταση αυτή, γνωστή ως υπογοναδισμός, μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα όπως μειωμένη τριχοφυΐα, απώλεια μυϊκής μάζας, μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας και καταθλιπτική διάθεση. Πριν από περίπου μία δεκαετία, οι φαρμακευτικές εταιρίες ξεκίνησαν να διαφημίζουν την ορμόνη για τη θεραπεία ασαφών συμπτωμάτων που σχετίζονται με την ηλικία. Ως αποτέλεσμα, οι συνταγογραφήσεις τεστοστερόνης παρουσίασαν κατακόρυφη αύξηση.

Το 2015, ωστόσο, ορισμένες έρευνες συνέδεσαν την τεστοστερόνη με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου με αποτέλεσμα να τοποθετηθούν ετικέτες στα σχετικά φάρμακα που προειδοποιούσαν για τις παραπάνω επιδράσεις. Έκτοτε, οι συνταγογραφήσεις τεστοστερόνης έχουν μειωθεί δραματικά.

Στην πραγματικότητα, τα δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της τεστοστερόνης στην καρδιακή υγεία ήταν αντικρουόμενα με ορισμένες έρευνες να δείχνουν ότι υπάρχουν οφέλη, ενώ άλλες να καταλήγουν σε ανεπιθύμητες ενέργειες. Δεν υπάρχουν επομένως επαρκή δεδομένα για να αποφανθούμε αν η τεστοστερόνη αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη μία έρευνα από το FDA των ΗΠΑ που εξετάζει τις επιδράσεις της χορήγησης τεστοστερόνης σε μεσήλικες ή ηλικιωμένους άνδρες. Με την ολοκλήρωσή της θα έχουμε σίγουρα περισσότερες πληροφορίες. Η τεστοστερόνη χορηγείται συνήθως σε μορφή gel, διαδερμικά ή ενδομυϊκά.

Συχνά, τα επίπεδα της τεστοστερόνης μπορεί να μειωθούν από την παχυσαρκία και το διαβήτη, επομένως η αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων με παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα.

Ωστόσο, οι άνδρες με σεξουαλική δυσλειτουργία και αίσθημα κόπωσης μπορεί να χρειαστεί να χρειαστούν εξετάσεις για να εκτιμηθούν τα επίπεδα της τεστοστερόνης. Για τους άνδρες ηλικίας άνω των 65 με χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης (κάτω από 300mg/dl), διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι η θεραπεία υποκατάστασης με τεστοστερόνη βελτιώνει τη libido και τη σεξουαλική ικανοποίηση, καθώς και άλλες αλλαγές που σχετίζονται με την ηλικία όπως η χαμηλή οστική πυκνότητα και η αναιμία. Αν και οι κίνδυνοι από τη θεραπεία με τεστοστερόνη δεν είναι ακόμα πλήρως γνωστοί, η βελτίωση στην ποιότητα ζωής είναι σημαντική για ορισμένους άνδρες.

Σε σύγκριση με τους προγόνους μας, ζούμε πλέον πολύ περισσότερα χρόνια μετά το πέρας της αναπαραγωγικής ηλικίας. Είναι επομένως σημαντικό να εξετάσουμε αν και ποια οφέλη υπάρχουν από τα χαμηλά επίπεδα των ορμονών τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.

Βιβλιογραφία: Harvard Health