Οι βενζοδιαζεπίνες σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο πνευμονίας, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μία νέας μελέτης. Μία ομάδα επιστημόνων από την Κίνα εξέτασε τα αποτελέσματα 10 ερευνών, οι οποίες περιελάμβαναν συνολικά περισσότερα από 120.000 περιστατικά πνευμονίας και διαπίστωσε ότι η πιθανότητα εμφάνισης της νόσου ήταν 25% αυξημένη στους ασθενείς που λάμβαναν τα παραπάνω φάρμακα.

Ο αυξημένος κίνδυνος παρατηρήθηκε μόνο σε όσους λάμβαναν βενζοδιαζεπίνες κατά τη διάρκεια της έρευνας και όχι σε αυτούς που είχαν λάβει τα φάρμακα στο παρελθόν. Σύμφωνα με τους ερευνητές, «ο γιατρός πρέπει να εκτιμήσει τα οφέλη και τους κινδύνους από τη χορήγηση των βενζοδιαζεπινών, ιδιαίτερα σε ασθενείς που έχουν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση πνευμονίας».

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο International Journal of Geriatric Psychiatry.

Θέμα Αντιπαραθέσεων

Τα ποσοστά χορήγησης των βενζοδιαζεπινών στην τρίτη ηλικία είναι ιδιαίτερα αυξημένα και πλησιάζουν σχεδόν το 40%, παρά τις ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες περιλαμβάνουν κίνδυνο πτώσεων, καταγμάτων, έκτπωση των γνωστικών λειτουργιών, άνοια και διαταραχές της συμπεριφοράς, όπως σημείωσαν οι ερευνητές.

Η συχνότητα της πνευμονίας, μίας από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας στους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών, έχει παρουσιάσει αύξηση την τελευταία δεκαετία. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει αρκετούς να πιστεύουν ότι οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να ευθύνονται μερικώς για το φαινόμενο αυτό. Οι ερευνητές σημειώνουν ωστόσο ότι η παραπάνω συσχέτιση είναι ακόμα υπό διερεύνηση.

Καθώς καμία έρευνα στο παρελθόν δεν είχε εξετάσει το παραπάνω ερώτημα, οι επιστήμονες έκαναν μία συστηματική μελέτη και μετα-ανάλυση στη βιβλιογραφία για να εκτιμήσουν αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της λήψης βενζοδιαζεπινών και την επακόλουθης εμφάνισης πνευμονίας.

Οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά 10 έρευνες από τις οποίες 8 θεωρήθηκαν «υψηλής ποιότητας» ενώ 2 «χαμηλής ποιότητας» σύμφωνα με την Newcastle-Ottawa Scale.

Οι ηλικιωμένοι επηρεάζονται περισσότερο

Εξετάζοντας τις 10 έρευνες συνολικά, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι υπάρχει ισχυρή σύνδεση μεταξύ της χρήσης βενζοδιαζεπινών και του κινδύνου εμφάνισης πνευμονίας (συνολικά αυξημένος κίνδυνος 25%).

Μεταξύ των ερευνών παρατηρήθηκε μεγάλη ετερογένεια, ωστόσο οι αναλύσεις ευαισθησίας δεν έδειξαν σημαντικές αλλαγές στον αυξημένο κίνδυνο.

Ένας παράγοντας που επηρεάζε τον παραπάνω κίνδυνο ήταν η περίοδος κατά την οποία είχε γίνει η λήψη των βενζοδιαζεπινών. Οι ασθενείς που λάμβαναν βενζοδιαζεπίνες κατά τη διάρκεια της έρευνας ή λίγο πριν από αυτή είχαν 40% και 38% αυξημένο κίνδυνο αντίστοιχα σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν λάβει ποτέ τα συγκεκριμένα φάρμακα. Ο κίνδυνος για αυτούς που είχαν ιστορικό χρήσης του φαρμάκου στο παρελθόν ήταν μειωμένος κατά 4% σε σχέση με την ίδια ομάδα.

Ο κίνδυνος πνευμονίας ήταν σημαντικά αυξημένος στους εθελοντές άνω των 65 ετών (80%) σε σχέση με τα άτομα ηλικίας κάτω των 65 (29%).

Τέσσερα φάρμακα (η διαζεπάμη, η λοραζεπάμη, η τεμαζεπάμη και η ζοπικλόνη) συνδέθηκαν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο όταν εξετάστηκαν όλα τα διαθέσιμα δεδομένα.

Στην ανάλυση του κάθε φαρμάκου, η χλωροδιαζεποξείδη και η κλοναζεπάμη δεν φάνηκε να αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο πνευμονίας.

«Η ανάλυσή μας δείχνει ότι η παρούσα χρήση και το ιστορικό πρόσφατης χρήσης βενζοδιαζεπινών σχετίζεται με μέτρια αύξηση στον κίνδυνο πνευμονίας» είπαν οι ερευνητές.

Τόνισαν, ωστόσο, ότι υπήρχε μεγάλη ετερογένεια στις διάφορες έρευνες γεγονός που πιθανώς επηρεάσε τα αποτελέσματα. Συμπλήρωσαν επίσης ότι θα πρέπει να γίνουν νέες έρευνες μεγαλύτερεης κλίμακας που θα εξετάζουν ξεχωριστά την κάθε βενζοδιαζεπίνη, τις συνοδές παθήσεις και τη χρήση άλλων φαρμάκων προκειμένου να μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή αποτελέσματα.

Αχρείαστη Θεραπεία, Υψηλές Δόσεις

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, η Ιρέν Κάμπελ-Τέιλορ, μία κλινική νευρολόγος που ασχολείται περισσότερο με τη γηριατική, δήλωσε ότι η μελέτη «δεν έκανε διαχωρισμό μεταξύ βακτηριακής και ιογενούς πνευμονίας, γεγονός που έχει σημασία για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων».

Καθώς οι βενζοδιαζεπίνες χαλαρώνουν τους μύες, μπορούν να προκαλέσουν χαλάρωση του οισοφαγικού σφιγκτήρα, επιτρέποντας έτσι στο γαστρικό οξύ, την πεψίνη και τα χολικά άλατα να παλινδρομήσουν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Το παραπάνω αυξάνει τον κίνδυνο συνδρόμου Μέντελσον (πνευμονίτιδα αναρρόφησης), ενός τραυματισμού που προκαλείται από την είσοδο γαστρικού περιεχομένου στους πνεύμονες, δήλωσε η Κάμπελ-Τέιλορ που δεν είχε λάβει μέρος στη μελέτη.

«Η τραυματισμένη αυτή περιοχή αποτελεί ιδανικό περιβάλλον για την εμφάνιση βακτηριακής πνευμονίας, καθώς όλοι εισπνέουμε μία ποσότητα σιέλου κάθε μέρα και στο σίελο υπάρχουν βακτήρια, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν πνευμονία στην περιοχή αυτή», συμπλήρωσε.

Στους ηλικιωμένους χορηγούνται συχνά υπερβολικές δόσεις ψυχοτροπικών φαρμάκων, μεταξύ των οποίων και οι βενζοδιαζεπίνες. Επιπλέον, η ημίσεια ζωή των φαρμάκων αυτών παρατείνεται στον πληθυσμό αυτό λόγω της έκπτωσης της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας λόγω της ηλικίας.

«Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται μικρότερες δόσεις από αυτές που χορηγούνται συνήθως, γεγονός που αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών», πρόσθεσε.

Οι ερευνητές συμφώνησαν με τις παρατηρήσεις της Κάμπελ-Τέιλορ και κατέληξαν ότι «οι βενζοδιαζεπίνες πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν υπάρχουν ξεκάθαρες ενδείξεις».

Βιβλιογραφία: Medscape