Ο πρίγκηπας Φίλιππος, ο 97χρονος Δούκας του Εδιμβούργου τράκαρε στις 17 Ιανουαρίου, με το αυτοκίνητό του να ανατρέπεται. Αν και μάλλον κανένας από την οικογένειά του δεν πρόκειται να του πει ότι δεν πρέπει πλέον να οδηγεί, το γεγονός αυτό επαναφέρει στο προσκήνιο ένα μείζον ζήτημα. Πρέπει ο γιατρός να αποφασίζει πότε κάποιος δεν μπορεί πλέον να οδηγεί;

Όταν η Ικανότητα Οδήγησης Εκπίπτει στην Τρίτη Ηλικία

Διαταραχές της όρασης, έκπτωση της μνήμης, κινητικά προβλήματα που σχετίζονται με αρθρίτιδες ή με τη νόσο Alzheimer. Οι παραπάνω αποτελούν ένα μικρό δείγμα των αλλαγών που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα των ηλικιωμένων να οδηγούν. Αν συνδυάσουμε τα παραπάνω με τον συνεχώς αυξανόμενο μέσο όρο ηλικίας δεν είναι δύσκολο να κατανοήοσυμε ότι η οδήγηση στην τρίτη ηλικία αποτελεί πλέον ένα μείζον πρόβλημα για αρκετούς ηλικιωμένους και τις οικογένειές τους. Μπορεί όμως το πρόβλημα αυτό να αντιμετωπιστεί από τους γιατρούς;

Αρκετοί Παράγοντες Επηρεάζουν την Ικανότητα Οδήγησης

Αρκετοί ηλικιωμένοι μπορούν να οδηγήσουν με ασφάλεια χωρίς να προκαλούνται προβλήματα, ωστόσο διάφοροι παράγοντες συμβάλλουν σε ένα ασφαλές περιβάλλον οδήγησης.

Όταν ένα αυτοκίνητο δεν λειτουργεί σωστά, ο οδηγός ή ένα μέλος της οικογενείας του επικοινωνεί με ένα μηχανικό ο οποίος ελέγχει τα λάδια, την πίεση και τη μηχανή. Αν το αυτοκίνητο διαπιστωθεί ότι δεν είναι ασφαλές, ο μηχανικός έχει την υποχρέωση να το δηλώσει.

Όταν ωστόσο εξετάσουμε τον οδηγό, μας έρχεται στο μυαλό το παλιό ανέκδοτο με τον χειρουργό και το μηχανικό όπου ο πρώτος λέει στο δεύτερο «δοκίμασε σε δουλέψεις πάνω του ενώ λειτουργεί». Η βιολογία του ανθρώπου είναι πολύ πιο σύνθετη από μία μηχανή αυτοκινήτου και μάλιστα ο άνθρωπος είναι αυτός που ευθύνεται κυρίως για να διασφαλίσει την ασφαλή οδήγηση.

Η ικανότητα οδήγησης μπορεί να μεταβληθεί ταχέως, για παράδειγμα με ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, αν και συχνότερα παρουσιάζει σταδιακή έκπτωση. Η όραση μειώνεται, η μνήμη των διαδρομών φθίνει, οι αρθρίτιδες επηρεάζουν την ικανότητα του ηλικιωμένου να αντιληφθεί την παρουσία των άλλων οδηγών και τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα επηρεάζουν τα αντανακλαστικά.

Υπάρχουν πολλές παθήσεις (ή φάρμακα) που μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και είναι υποχρέωση του γιατρού να τις γνωρίζει όλες.

Πρέπει ο Γιατρός να Αποφασίζει;

Τυπικά, η οικογένεια του ηλικιωμένου θέλει ο γιατρός να λάβει μέρος στη συζήτηση για να αναλάβει το ρόλο της αυθεντίας λόγω των ιατρικών του γνώσεων. Αυτό βοηθά επίσης την οικογένεια να μεταφέρει την ευθύνη στην «απόφαση του γιατρού».

Δυστυχώς δεν υπάρχει μάθημα στην ιατρική σχολή που διδάσκει στους φοιτητές πώς να εκτιμήσουν την ικανότητα οδήγησης ενός ασθενούς. Με την εξαίρεση των συγγενών του είναι εξαιρετικά σπάνιο ένας γιατρός να μπει στο αυτοκίνητο με έναν ασθενή του για να εκτιμήσει την ικανότητά του να οδηγεί.

Για να λάβει την παραπάνω απόφαση επομένως ο γιατρός πρέπει να εκτιμήσει τις γνωστικές λειτουργίες, την αντίληψη και την κινητικότητα του ασθενούς, χωρίς να έχει παρατηρήσει άμεσα την οδήγησή του.

Ακόμα και αν χρησιμοποιηθούν πιστοποιημένα εργαλεία όπως η εξέταση SIMARD MD (Screen for Identification Cognitively Impaired Medically At-Risk Drivers), τα συμπεράσματα του γιατρού μπορούν σχεδόν πάντοτε να αμφισβητηθούν. Μπορεί επίσης να υπάρχουν άλλες συνέπειες στην υγεία του ασθενούς. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που νιώθει προδομένος από την απόφαση του γιατρού να του απαγορεύσει να οδηγεί, μπορεί να μην επιστρέψει σε αυτόν για την αντιμετώπιση άλλων προβλημάτων υγείας.

Επανεκτίμηση και Περιορισμοί στην Οδήγηση

Η επανεκτίμηση της ικανότητας οδήγησης ενός ασθενούς είναι όχι απλά επιθυμητή αλλά συχνά και απαραίτητη. Οι ασθενείς φυσικά μπορεί να ανησυχούν γία μία επανεκτίμηση, ωστόσο η τελευταία του δίνει επίσης τη δυνατότητα να βελτιώσουν την επίδοσή τους. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που δεν καταφέρνει να περάσει την εκτίμηση λόγω ασθενείας ή επειδή έμεινε για αρκετό καιρό στο νοσοκομείο, έχει τη δυνατότητα να επανακτήσει την ικανότητα οδήγησης σε μία μελλοντική επανεκτίμηση.

Ο γιατρός μπορεί επίσης να απαγορεύσει στον ασθενή να οδηγεί σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως για παράδειγμα όταν ο φως είναι χαμηλό, οι συνθήκες του δρόμου είναι κακές ή υπάρχει έντονη κακοκαιρία.

Ο περιορισμός της οδήγησης μόνο σε γνωστές, εύκολες και περιοχές χωρίς κίνηση είναι ίσως μία καλή προσέγγιση, ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι δρόμοι αυτοί βρίσκονται κυρίως σε αστικές περιοχές όπου μπορεί να παρουσιαστούν άλλοι κίνδυνοι, όπως για παράδειγμα να πεταχτεί στο δρόμο ένα παιδί που κυνηγάει μία μπάλα. Αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος από την έκπτωση στην ικανότητα οδήγησης, τότε είναι ίσως φρονιμότερο να απαγορευτεί εντελώς η οδήγηση.

Η Επιλογή της Εναλλακτικής Μετακίνησης

Στις περισσότερες πόλεις υπάρχουν λεωφορεία ή άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα οποία όμως οι ηλικιωμένοι αποφεύγουν γιατί φοβούνται για την ασφάλειά τους. Ορισμένες από τις προκλήσεις αυτές μπορούν να ξεπεραστούν αν ένα μέλος της οικογενείας συνοδεύει τον ηλικιωμένο περιστασιακά.

Αρκετοί ηλικιωμένοι αποφεύγουν να ζητήσουν βοήθεια καθώς δεν θέλουν το οικογενειακό τους περιβάλλον να τους θεωρήσει «βάρος». Το παραπάνω, ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα απομόνωσης, τα οποία με τη σειρά τους προκαλούν κατάθλιψη. Η τελευταία μπορεί να επιδεινώσει τα χρόνια νοσήματα του ασθενούς.

Μία εναλλακτική επιλογή είναι τα ταξί, τα οποία πλέον είναι πιο προσβάσιμα χάρη στις διάφορες εφαρμογές γι’αυτά. Ωστόσο, αρκετοί ηλικιωμένοι αποφεύγουν το συγεκριμένο μέσο μεταφοράς λόγω του υψηλού κόστους ή φόβου για την ασφάλειά τους.

Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι είχαν δυσκολευτεί να χρησιμοποιήσουν τα νέα τεχνολογικά μέσα αρχικά, ωστόσο μαθαίνουν γρήγορα και πλέον οι περισσότεροι έχουν εξοικειωθεί με τη χρήση των σχετικών εφαρμογών σε κινητά.

Συμπέρασμα

Ο στόχος πάντοτε ήταν και είναι να μειωθούν οι θάνατοι και οι τραυματισμοί που σχετίζονται με την οδήγηση στην τρίτη ηλικία. Όλοι έχουμε ακούσει περιστατικά όπου κάποιος ηλικιωμένος μπέρδεψε το φρένο με το γκάζι και ως αποτέλεσμα τραυμάτισε (ή σκότωσε) πεζούς.

Ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι ηλικιωμένοι προστατεύουν περισσότερο τους εαυτούς τους με το να μην οδηγούν, καθώς αυτοί διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο τραυματισμών και επιπλοκών που σχετίζονται με αυτούς.

Από το 2005 μέχρι το 2014, ο αριθμός θανάτων σε δυστυχήματα με ηλικιωμένους οδηγούς έχει μειωθεί κατά 9%. Ωστόσο, ο αριθμός των θανάτων αυτών έφτασε τη χαμηλότερη τιμή του το 2009 και από τότε παρουσιάζει σταδιακή αύξηση.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ηλικιωμένοι που δεν οδηγούν αντιμετωπίζουν άλλα προβλήματα. Για παράδειγμα μία έρευνα έδειξε ότι οι ηλικιωμένοι αυτής της κατηγορίας έχουν 15% αυξημένο κίνδυνο να χάσουν ένα ραντεβού με τον γιατρό τους. Αυτός είναι ένας ακόμα παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπ’όψη.

Βιβλιογραφία: Medscape