«Γιατρέ, μπορείτε να μειώσετε μερικά από τα φάρμακά μου; Νομίζω ότι παίρνω πάρα πολλά χάπια».

Αρκετοί γιατροί καλούνται συχνά να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα από τους ασθενείς τους. Η πολυφαρμακία, η λήψη δηλαδή ενός μεγάλου αριθμού φαρμάκων, είναι ένα σημαντικό πρόβλημα που επηρεάζει κυρίως τους ηλικιωμένους ασθενείς. Η οργάνωση μίας μεγάλης λίστας φαρμάκων και ο προγραμματισμός της λήψης τους σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού, αποτελεί πρόκληση για αρκετούς ασθενείς. Εκτός από τη σωματική και ψυχική επιβάρυνση που προκαλεί η συμμόρφωση με το ακριβές πρόγραμμα λήψης του κάθε φαρμάκου, οι ηλικιωμένοι διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ή άλλες αλληλεπιδράσεις που αποδίδονται στην πολυφαρμακία.

Ένα σημαντικό ποσοστό των φαρμάκων που λαμβάνουν καθημερινά αρκετοί ηλικιωμένοι αφορά τη ρύθμιση της υπέρτασης. Δεδομένα από την Farmingham Heart Study έδειξαν ότι πάνω από το 90% των μεσηλίκων θα παρουσιάσει τελικά υπέρταση και τουλάχιστον το 60% θα χρειαστεί φάρμακα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Η μελέτη OPTIMISE, η οποία δημοσιεύτηκε προσφάτως στο JAMA, εξέτασε ποιες είναι οι επιδράσεις της μείωσης του αριθμού των φαρμάκων για τη ρύθμιση της υπέρτασης στους ηλικιωμένους.

Πόσο Χαμηλή Πρέπει να είναι η Αρτηριακή Πίεση στους Ηλικιωμένους;

Προηγούμενες μεγάλες έρευνες, μεταξύ των οποίων η μελέτη HYVET και η μελέτη SPRINT, έδειξαν ότι η αντιμετώπιση της υπέρτασης στης τρίτη ηλικία αποτελεί προτεραιότητα καθώς προστατεύει από το έμφραγμα του μυοκαρδίου, την καρδιακή ανεπάρκεια, το εγκεφαλικό επεισόδιο και τον καρδιαγγειακό θάνατο. Αν και η μελέτη SPRINT εξέτασε αρκετούς διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών, από αυτήν εξαιρέθηκαν ορισμένες ομάδες ηλικιωμένων, όπως για παράδειγμα αυτοί που μένουν σε οίκους ευγηρίας, οι ασθενείς με άνοια, οι διαβητικοί καθώς και αυτοί με ορισμένες άλλες παθήσεις που σχετίζονται με αδυναμία.

Οι τελευταίες οδηγίες του American College of Cardiology (ACC) και του American Heart Association (AHA), δημοσιεύτηκαν το 2017 και ορίζουν ως ανώτατο όριο της φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης τα 120/80 mmHg για τους περισσότερους ανθρώπους. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή για τη ρύθμιση της υπέρτασης, ο στόχος είναι τα 130/80 mmHg. Οι οδηγίες του European Society of Cardiology (ESC) και του European Society of Hypertension (ESH) θέτουν ως στόχο τα 140/90 mmHg.

Παρά τις διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς των ΗΠΑ και της Ευρώπης ως προς τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί ότι η αδυναμία, το προσδόκιμο ζωής, καθώς και τα χρόνια νοσήματα κάθε ασθενούς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη φαρμακευτική θεραπεία που χορηγείται από τον γιατρό.

Τι Διαπίστωσε η Μελέτη OPTIMISE για τους Ηλικιωμένους που Έλαβαν Χαμηλότερες Δόσεις;

Η μελέτη OPTIMISE έδειξε ότι, σε ορισμένους ηλικιωμένους μπορεί να περιοριστεί ο αριθμός των αντιϋπερταστικών φαρμάκων που λαμβάνουν, χωρίς να παρατηρηθεί σημαντική αύξηση στην αρτηριακή τους πίεση. Στη μελέτη, οι επιστήμονες χώρισαν τυχαία σε δύο ομάδες 569 εθελοντές ηλικίας άνω των 80 ετών με συστολική πίεση κάτω από 150 mmHg. Η μία ομάδα συνέχισε κανονικά τα αντιϋπερτασικά φάρμακα που λάμβανε πριν την έρευνα, ενώ στην άλλη ομάδα αφαιρέθηκε ένα ή περισσότερα φάρμακα, σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πρωτόκολλο. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για 12 εβδομάδες με σκοπό να εκτιμήσουν τις μεταβολές της αρτηριακής πίεσης.

Όπως διαπιστώθηκε, τόσο οι εθελοντές που συνέχισαν τη θεραπεία όσο και αυτοί που μείωσαν τον αριθμό των φαρμάκων που λάμβαναν, είχαν παρόμοια αρτηριακή πίεση στο τέλος της έρευνας. Αν και η μέση αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης στην ομάδα που μείωσε τη φάρμακα ήταν 3.4 mmHg, η διαφορά του αριθμού των ασθενών που είχαν συστολική πίεση κάτω από 150 mmHg στο τέλος της έρευνας δεν ήταν στατιστικώς σημαντική. Μάλιστα, σχεδόν το 2/3 των ασθενών δεν χρειάστηκαν επανέναρξη των φαρμάκων που είχαν διακόψει μετά το πέρας της έρευνας.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η μελέτη OPTIMISE είχε σχετικά μικρό μέγεθος και οι επιστήμονες δεν εξέτασαν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αναφορικά με τον κίνδυνο εμφράγματος, καρδιακής ανεπάρκειας ή εγκεφαλικού επεισοδίου (όπως έκαναν οι HYVET και SPRINT), επομένως δεν προσφέρει δεδομένα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της διακοπής των αντιϋπερτασικών φαρμάκων.

Οι Μελλοντικές Έρευνες θα Εξετάσουν τις Μακροπρόθεσμες Επιδράσεις της Διακοπής Ορισμένων Αντιϋπερτασικών Φαρμάκων

Αν και η μελέτη OPTIMISE προσφέρει σημαντικά δεδομένα, θα χρειαστεί να γίνουν μεγαλύτερες και μακρύτερης διάρκειας έρευνες που θα εξετάσουν αν η διακοπή ορισμένων αντιϋπερτασικών είναι ασφαλής μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης χρησιμοποίησαν ως στόχο της συστολικής πίεσης τα 150 mmHg, ο οποίος είναι υψηλότερος από αυτόν που έχουν ορίσει οι οδηγίες των ACC/AHA και ESC/ESH.

Ένας άλλος περιορισμός της έρευνας ήταν ότι ο γιατρός που παρακολουθούσε τον κάθε ασθενή αποφάσιζε αν μπορούν να αφαιρεθούν φάρμακα από τη θεραπεία του. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά επέτρεψε να εξεταστεί ο κάθε ασθενής εξατομικευμένα από έναν γιατρό που ξέρει καλά την κατάσταση της υγείας του.

Συμπέρασμα

Αν και η μελέτη δείχνει ότι ορισμένοι ηλικιωμένοι μπορούν πράγματι να μειώσουν τον αριθμό των αντιϋπερτασικών φαρμάκων που παίρνουν, η απόφαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα για κάθε ασθενή.

Βιβλιογραφία: Harvard Health