Ένα κοινό αναλγητικό φάρμακο το οποίο είχε θεωρηθεί κάποτε μία πιο ασφαλής εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τα οπιοειδή, βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο του ερευνητικού ενδιαφέροντος. Ο λόγος για την τραμαδόλη, η οποία, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την οστική υγεία στους ηλικιωμένους.

Πριν από περίπου 1 χρόνια μία έρευνα από την Mayo Clinic είχε αποδείξει ότι η τραμαδόλη δεν είναι λιγότερο εθιστικό φάρμακο σε σχέση με τα υπόλοιπα αναλγητικά. Σήμερα, η νέα έρευνα δείχνει ότι το φάρμακο αυτό συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων σε σχέση με τα φάρμακα αυτά, εξετάζοντας περισσότερους από 140.000 εθελοντές.

«Αν αναλογιστούμε τη σημαντική επίδραση του κινδύνου καταγμάτων στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να επανεκτιμηθεί άμεσα η χρησιμότητα της τραμαδόλης στην κλινική πράξη και τις οδηγίες», είπε ο Guanghua Lei, MD, PhD, από το Xiangya Hospital, ένας επιστήμονας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Καθώς οι συνταγογραφήσεις τραμαδόλης για την ανιμετώπιση του χρονίου πόνου που δεν αποδίδεται σε καρκίνο αυξάνονται παγκοσμίως, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν την ασφάλεια του φαρμάκου και ειδικότερα αν αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων του ισχίου. Για το σκοπό αυτό, ο Lei και μία ομάδα επιστημόνων από το Boston University School of Medicine, το University of California School of Medicine και το Massachusetts General Hospital έκαναν μία ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα ασθενών που είχαν λάβει μέρος στη βάση δεδομένων The Health Improvement Network (THIN).

Η βάση THIN περιέχει ιατρικά αρχεία από σχεδόν 17 εκατομμύρια άτομα στο Ηνωμένο Βασίλειο για τα έτη 2000-2016. Περιέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τα ανθρωπομετρικά, τα κοινωνικοδημογραφικά, τις συνήθειες του τρόπου ζωής, τις λεπτομέρειες από τις επισκέψεις τους στον γιατρό, τις διαγνώσεις παθήσεων καθώς και τις εργαστηριακές εξετάσεις του κάθε εθελοντή.

Για την ανάλυσή τους, οι επιστήμονες εξέτασαν τους εθελοντές ηλικίας άνω των 50 ετών χωρίς ιστορικό καταγμάτων του ισχίου, καρκίνου ή εθισμού σε οπιοειδή. Το κύριο στοιχείο που εξετάστηκε ήταν τα περιστατικά καταγμάτων του ισχίου ανά έτος κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.

Από τους 372.372 εθελοντές που εξετάστηκαν συνολικά με βάση τους παραπάνω παράγοντες, οι επιστήμονες δημιούργησαν συνολικά 5 ομάδες στις οποίες εξετάστηκε η τραμαδόλη συγκριτικά με ένα άλλο αναλγητικό φάρμακο. Τα φάρμακα αυτά ήταν η κωδεΐνη, η ναπροξένη, η ιβουπροφαίνη, η σελεκοξίμπη και η ετορικοξίμπη.

Όπως έδειξαν τα αποτελέσματα της έρευνας, ο κίνδυνος καταγμάτων του ισχίου ήταν υψηλότερος για τους ασθενείς που έπαιρναν τραμαδόλη συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλο φάρμακο. Συγκεκριμένα, στην ομάδα που εξέτασε την τραμαδόλη και τη ναπροξένη εμφανίστηκαν συνολικά 2.9 κατάγματα ανά 1000 έτη ασθενών στους ασθενείς που έπαιρναν την πρώτη και 1.7 σε αυτούς που έπαιρναν την τελευταία. Στη σύγκριση τραμαδόλης-ιβουπροφαίνης και πάλι οι ασθενείς που έπαιρναν τραμαδόλη παρουσίασαν 3.4 κατάγματα ανά 1000 έτη ασθενών, ενώ αυτοί που έπαιρναν ιβουπροφαίνη μόλις 2.0. Αντίστοιχα ήταν τα αποτελέσματα και για τη σύγκριση τραμαδόλης-σελεκοξίμπης (3.4 έναντι 1.8), τραμαδόλης-ετορικοξίμπης (2.9 έναντι 1.5) και τραμαδόλης-κωδεΐνης (3.7 έναντι 2.9).

Όπως τόνισαν οι επιστήμονες, ο αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων που παρατηρήθηκε στην ανάλυσή τους από τη χρήση της τραμαδόλης συνδέεται πιθανώς με ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου, όπως ο αυξημένος κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων, ναυτίας και παραληρήματος, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων. Επιπλέον, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας, σε συνδυασμό με τον υψηλό κίνδυνο θνησιμότητας και νοσηρότητας από τα κατάγματα του ισχίου, προσθέτουν νέες αμφιβολίες σχετικά με τη χρησιμοποίηση του φαρμάκου στο μέλλον.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Bone and Mineral Research.