Αν και αρχικά χορηγούνται βραχυπρόθεσμα για την αντιμετώπιση του άγχους, τη βελτίωση του ύπνου και τον περιορισμό της κατάθλιψης, οι βενζοδιαζεπίνες καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για πολλά χρόνια από 1 στους 4 ηλικιωμένους, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται παρά τις προειδοποιήσεις ενάντια στη χρήση της συγκεκριμένης κατηγορίας φαρμάκων, ιδιαίτερα σοτυς ηλικιωμένους, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αυτοκινητιστικών ατυχημάτων, πτώσεων και κατάγματος του ισχίου, καθώς και μία σειρά άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η νέα έρευνα, δημοσιεύτηκε στο JAMA Internal Medicine από μία ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια.

Οι ερευνητές είπαν ότι τα ευρήματά τους υπογραμμίζουν την ανάγκη για καλύτερη εκπαίδευση τόσο των γιατρών όσο και του κοινού αναφορικά με τους κινδύνους που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων.

Από τους 576 ενήλικες που έλαβαν την πρώτη συνταγή για βενζοδιαζεπίνες μεταξύ του 2008 και του 2016, οι 152 συνέχιζαν να λαμβάνουν το φάρμακο ένα χρόνο αργότερα. Η έρευνα εξέτασε μόνο εθελοντές στους οποίους οι βενζοδιαζεπίνες είχαν χορηγηθεί από γιατρούς ειδικοτήτων εκτός της ψυχιατρικής, καθώς η πλειοψηφία των ηλικιωμένων που λαμβάνουν βενζοδιαζεπίνες έχει λάβει συνταγή από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων.

Αυτοί που είχαν λάβει αρχικά τις μεγαλύτερες δόσεις είχαν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να κάνουν χρόνια χρήση βενζοδιαζεπινών. Για κάθε επιπλέον 10 ημέρες της αρχικής συνταγογράφησης του φαρμάκου, ο ασθενής είχε διπλάσιο κίνδυνο να κάνει χρήση του φαρμάκου 1 χρόνο αργότερα.

Τα ποσοστά μακροχρόνιας χρήσης προκαλούν ανησυχία, είπε η Λόρεν Γκέρλαχ, επικεφαλής της μελέτης και γηριατρικός ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

«Αυτό δείχνει ότι οι γιατροί που συνταγογραφούν βενζοδιαζεπίνες πρέπει πάντοτε να υπολογίζουν πότε θα τελειώσει η θεραπεία, ξεκινώντας με μικρές δόσεις και στη συνέχεια συζητώντας με τον ασθενή σχετικά με την πορεία της αγωγής του», είπε. «Οι γιατροί πρέπει να εξετάζουν επίσης εναλλακτικές μη φαρμακευτικές επιλογές, όπως η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία, για αυτούς τους ασθενείς».

Η Γκέρλαχ τονίζει επίσης δύο ακόμα ευρήματα από τη μελέτη που παρατηρήθηκαν στους εθελοντές. Αυτοί που έκαναν μακροχρόνια χρήση βενζοδιαζεπινών είχαν παρόμοια ποσοστά αγχώδους διαταρχής, η οποία αρκετές φορές αποτελεί ένδειξη μακροχρόνιας χρήσης.

Επίσης, οι εθελοντές της ίδιας ομάδας παρουσίαζαν διαταραχές του ύπνου με αυξημένη συχνότητα, παρά το γεγονός ότι οι βενζοδιαζεπίνες δεν προτείνονται για μακροχρόνια χρήση ως υπνωτικά και μπορούν να επιδεινώσουν τον ύπνο όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται.

Περισσότερα στοιχεία από την έρευνα

Η Γκέρλαχ και οι συνεργάτες της από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν χρησιμοποίησαν δεδομένα από το πρόγραμμα SUSTAIN. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ηλικιωμένους με χαμηλό εισόδημα στους οποίους χορηγείται συμπληρωματική φαρμακευτική ή άλλη αγωγή. Βοηθά επίσης τους ηλικιωμένους μέσω τηλεφώνου. Όλοι οι ασθενείς της έρευνας ζουν στο σπίτι, επομένως δεν εξετάστηκαν άτομα που ζουν σε γηροκομεία ή άλλα μέρη όπου υπάρχει άμεσ πρόσβαση στ εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό.

Στους εθελοντές έγιναν λεπτομερείς συνεντεύξεις όπου εξετάστηκαν για αγχώδη διαταραχή, κατάθλιψη, διαταραχές του ύπνου και χρόνιο πόνο. Αναλύθηκε επίσης το ιστορικό φαρμάκων που είχαν λάβει, καθώς και το πλήρες ιατρικό τους ιστορικό.

Οι ασθενείς ήταν κατά μέσο όρο 78 ετών όταν έλαβαν την πρώτη συνταγή για βενζοδιαζεπίνες, ηλικία πολύ μεγαλύτερη από τις οδηγίες, οι οποίες συνιστούν τα φάρμακα αυτά να μην χορηγούνται ή να χορηγούνται σπάνια στους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών. Αν και οι οδηγίες για τη χορήγηση των συγκεκριμένων φαρμάκων λένε ότι αυτά πρέπει να χορηγούνται μόνο βραχυπρόθεσμα, οι ηλικιωμένοι που έκαναν μακροχρόνια χρήση είχαν λάβει συνταγές για τουλάχιστον 8 μήνες.

«Η έρευνα αποδεκνύει πέραν αμφιβολίας ότι οι προσδοκίες του γιατρού κατά την αρχική συνταγογράφηση του φαρμάκου, διατηρούνται και στις επόμενες συνταγογραφήσεις», είπε ο Ντέιβιντη Όσλιν, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας. «Όταν ένας γιατρός χορηγεί μία βενζοδιαζεπίνη για 30 μέρες δίνει το μήνυμα στον ασθενή ότι πρέπει να παίρνει το φάρμακο ημερησίως για αρκετό καιρό. Το παραπάνω μεταφράζεται σε χρόνια χρήση, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και χειρότερη ποιότητα ύπνου».

«Καθώς οι ψυχίατροι εξετάζουν ένα μικρό μόνο ποσοστό των ηλικιωμένων με ψυχιατρικές νόσους, πρέπει να ενημερωθούν καλύτερα οι γιατροί της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως και οι ασθενείς», κατέληξε η Γκέρλαχ.

https://www.sciencedaily.com/releases/2018/09/180910142443.htm