Οι ηλικιωμένοι που είναι καπνιστές έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν αδυναμία σε σχέση με τους συνομήλικούς τους που δεν έχουν καπνίσει ή είναι πρώην καπνιστές.

Αυτό έδειξε μία έρευνα σε άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών που δεν είχαν παρουσιάσει ακόμα τη σχετιζόμενη με την τρίτη ηλικία αδυναμία. Ο όρος «αδυναμία» περιγράφει την έκπτωση της ευρωστίας και της φυσικής δύναμης που καθιστά τους ηλικιωμένους πιο ευάλωτους σε ασθένειες ή τραυματισμούς (πχ. από μία πτώση).

Μετά από 4 χρόνια οι εθελοντές που ήταν καπνιστές είχαν 60% μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν αδυναμία σε σχέση με αυτούς που δεν κάπνιζαν. Αυτοί που είχαν διακόψει το κάπνισμα είχαν επίσης αυξημένη πιθανότητα, ωστόσο ήταν μικρότερη σε σχέση με τους καπνιστές.

Η αδυναμία που σχετίζεται με την ηλικία δεν είναι αναπόφευκτη. Τα συμπτώματά της περιλαμβάνουν απώλεια βάρους, κόπωση, μείωση στην ταχύτητα του βαδίσματος, ελάττωση της φυσικής άσκησης και μείωση της μυϊκής μάζας. Οι ηλικιωμένοι που πάσχουν από αδυναμία διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για πτώσεις, κατάγματα, νοσηλεία και έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.

Για την έρευνα χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από μία προηγούμενη μελέτη με 2.542 ηλικιωμένους. Στην αρχή της έρευνας, το 56% των ηλικιωμένων δεν είχε κανένα σημείο αδυναμίας. Οι υπόλοιποι είχαν ένα ή δύο συμπτώματα αλλά δεν ήταν αρκετά για να χαρακτηριστούν αδύναμοι.

Συνολικά, 261 εθελοντές ήταν καπνιστές ενώ 1.113 είχαν διακόψει το κάπνισμα.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη μία σειρά παραγόντων όπως το φύλο, την ηλικία, την κατανάλωση αλκοόλ, την εκπαίδευση, το εισόδημα και το επίπεδο των γνωστικών λειτουργιών, οι καπνιστές σε κάθε περίπτωση είχαν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν αδυναμία.

Οι πρώην καπνιστές είχαν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο αδυναμίας. Επίσης δεν υπήρχε διαφοροποίηση ανάλογα με το χρόνο που είχαν διακόψει το κάπνισμα.

Σημαντικό ρόλο στα αποτελέσματα της έρευνας έπαιξε, πάντως, η παρουσία ή όχι χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ).  Η πάθηση αυτή αποτελεί συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια του καπνίσματος και χαρακτηρίζεται από δύσπνοια, απώλεια της ισορροπίας, μυϊκή αδυναμία, εξασθένιση των οστών, λιποθυμίες και πτώσεις.

Από την έρευνα φάνηκε ότι η ΧΑΠ ήταν αυτή που ήταν περισσότερο υπεύθυνη για την εμφάνιση αδυναμίας παρά το ίδιο το κάπνισμα.

Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι οι ερευνητές δεν είχαν δεδομένα για το πόσο κάπνιζε ο κάθε εθελοντής. Επιπλέον, οι περισσότεροι εθελοντές που εγκατέλειψαν την έρευνα είχαν αρχίσει να παρουσιάζουν αδυναμία και δεν υπολογίστηκαν στον τελικό απολογισμό από τον οποίο βγήκαν τα αποτελέσματα.

Είναι γνωστό ότι το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο, ωστόσο προκαλεί βλάβες και στην καρδιά, τους πνεύμονες, τα αγγεία, τη στοματική κοιλότητα, τα οστά, το δέρμα και τα μάτια. Η δυσλειτουργία σχεδόν σε όλα τα παραπάνω όργανα προδιαθέτει για την εμφάνιση αδυναμίας στην τρίτη ηλικία.

Η διακοπή του καπνίσματος δεν αναστρέφει όλες τις βλάβες που έχουν προκληθεί από το κάπνισμα. Ωστόσο, από τα αποτελέσματα της έρευνας φάνηκε ότι αυτοί που είχαν διακόψει το κάπνισμα, είχαν μικρότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν αδυναμία σε σχέση με τους καπνιστές. Φαίνεται επομένως ότι ποτέ δεν είναι αργά να σταματήσετε το κάπνισμα.

Βιβλιογραφία:Reuters Health