Η αύξηση της πρόσληψης των βιταμινών A, E και D από τη διατροφή ή μέσω συμπληρωμάτων μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο αναπνευστικών παθήσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται η γρίπη και ο COVID-19, όπως υποστήριξε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ Nutrition Prevention & Health.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, οι εθελοντές που κατανάλωναν επαρκείς ποσότητες των τριών παραπάνω βιταμινών είχαν μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουν γρίπη, κοινό κρυολόγημα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή άσθμα.

Ιδιαίτερα η βιταμίνη D έχει διαπιστωθεί ότι ενισχύει τη λειτουργικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ η ανεπάρκειά της έχει συνδεθεί από αρκετές έρευνες με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19.

Οι βιταμίνες A, E και D (καθώς και η βιταμίνη C) θεωρούνται μικροθρεπτικές ουσίες, γεγονός που σημαίνει ότι θα πρέπει να βρίσκονται στη διατροφή μας σε σχετικά μικρές ποσότητες.

Σήμερα, αρκετά επιδημιολογικά δεδομένα έχουν δείξει ότι οι ανεπάρκειες των παραπάνω βιταμινών είναι αρκετά συχνές, ακόμα και στις ανεπτυγμένες χώρες του Δυτικού κόσμου. Ωστόσο, συχνά αγνοούνται ως παράγοντας κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από μία σειρά νοσήματα, μεταξύ των οποίων και ο COVID-19.

Η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στον περιορισμό του κινδύνου για αρκετές λοιμώξεις, αν και ακόμα δεν γνωρίζουμε τους ακριβείς μηχανισμούς της παραπάνω σύνδεσης, σύμφωνα με τους επιστήμονες της παρούσας έρευνας.

Οι κύριες πηγές βιταμίνης Α από τη διατροφή είναι το συκώτι των ζώων, το πλήρες γάλα, το τυρί, τα καρότα, τα σκουροπράσινα φυλλώδη λαχανικά και τα πορτοκαλί φρούτα. Η βιταμίνη E βρίσκεται συχνότερα στα φυτικά έλαια, τους ξηρούς καρπούς και στους σπόρους.

Η επαρκής πρόσληψη της βιταμίνης D από τη διατροφή αποτελεί δυσκολότερο στόχο, καθώς η βιταμίνη βρίσκεται σε ελάχιστα τρόφιμα, επομένως ο καλύτερος τρόπος για τη διατήρηση της βιταμίνης D σε υγιή επίπεδα είναι η έκθεση στον ήλιο. Ωστόσο, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, η επάρκεια της βιταμίνης μπορεί να επιτευχθεί με συμπληρώματα διατροφής.

Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι οργανισμοί υγείας έχουν δημοσιεύσει σαφείς οδηγίες για την καθημερινή πρόσληψη των παραπάνω βιταμινών, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού σήμερα έχει ανεπάρκεια των βιταμινών αυτών.

Στην έρευνα που δημοσιεύτηκε στο BMJ, οι επιστήμονες εξέτασαν αν η επαρκής πρόσληψη των βιταμινών που προαναφέρθηκαν συνδέεται με μειωμένη συχνότητα συμπτωμάτων από το αναπνευστικό σύστημα.

Οι επιστήμονες της έρευνας εξέτασαν δεδομένα για 6.115 ενήλικες που είχαν λάβει μέρος στο National Diet and Nutrition Survey Rolling Program της Βρετανίας για τα έτη 2008-2016. Το πρόγραμμα αυτό συλλέγει πληροφορίες σχετικά με τις διατροφικές συνήθειες και τη γενικότερη υγεία των εθελοντών.

Όλοι οι εθελοντές που εξετάστηκαν είχαν συμπληρώσει «ημερολόγια διατροφής» στα οποία κατέγραψαν όλα τα τρόφιμα που κατανάλωσαν για ένα διάστημα 3 ή περισσοτέρων ημερών.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι εθελοντές που ανέφεραν συχνότερα συμπτώματα από το αναπνευστικό ήταν συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας και δεν έπαιρναν συμπληρώματα βιταμνών A, E, C ή D.

Κανένας από τους εθελοντές που παρουσίασαν συμπτώματα από το αναπνευστικό δεν έπαιρνε βιταμίνη C, γεγονός που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν μας επιτρέπει να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με την παραπάνω βιταμίνη.

Ωστόσο, για τις βιταμίνες A και E, η επαρκής πρόσληψη είτε από τη διατροφή είτε από συμπληρώματα, συνδέθηκε με μειωμένη συχνότητα συμπτωμάτων από το αναπνευστικό σύστημα.

Αντίστοιχα, για τη βιταμίνη D, οι ασθενείς που έπαιρναν συμπληρώματα είχαν χαμηλότερα ποσοστά αναπνευστικών λοιμώξεων.

«Οι παρατηρήσεις μας ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D θεωρούνται απαραίτητα προκειμένου να διατηρηθούν τα υγιή επίπεδα της συγκεκριμένης βιταμίνης. Η επαρκής πρόσληψη της βιταμίνης σπάνια επιτυγχάνεται αποκλειστικά με τη διατροφή», υποστήριξαν οι επιστήμονες.

«Η έρευνά μας εγείρει ορισμένα σημαντικά ερωτήματα τα οποία θα πρέπει να εκτιμηθούν από μελλοντικές έρευνες υπό το πρίσμα της πανδημίας του COVID-19», κατέληξαν.