Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, ένας μεγάλος αριθμός ασθενών θα παρουσιάσει δυνητικά απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις του αίματος. Για τις τελευταίες, ενοχοποιούνται συχνότερα τα μικρόβια που βρίσκονται στα ιατρικά εργαλεία, τους ίδιους τους επαγγελματίες υγείας ή άλλους ασθενείς και επισκέπτες. Συχνά αυτή είναι και η πραγματική αιτία των λοιμώξεων αυτών. Σήμερα ωστόσο, μία ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των νοσκομειακών λοιμώξεων μπορεί να προέρχεται από μία διαφορετική πηγή: τον ίδιο τον οργανισμό του ασθενούς.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 30 ασθενείς που είχαν κάνει μεταμόσχευση μυελού των οστών και έπασχαν από λοιμώξεις του αίματος. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα νέο υπολογιστικό εργαλείο, το StrainSifter για να αντιστοιχήσουν το μικροβιακό DNA από το 1/3 σχεδόν των λοιμώξεων με μικρόβια που βρίσκονται ήδη στο παχύ έντερο των ασθενών. Παρατήρησαν επίσης ελάχιστα στοιχεία από την ανάλυση του DNA που να στηρίζουν την υπόθεση ότι τα μικρόβια αυτά μεταδίδονται μεταξύ των ασθενών.

Δεδομένα δείχνουν ότι 1 στους 25 ασθενείς στις ΗΠΑ θα αποκτήσει τουλάχιστον μία λοίμωξη κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Οι λοιμώξεις αυτές ευθύνονται για δεκάδες χιλάδες θανάτους ετησίως, γεγονός που τις καθιστά μία από τις κύριες αιτίες θανάτου για τους ασθενείς.

Οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις αποτέλεσαν το αντικείμενο έρευνας της Αμί Μπατ από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, κατά τη διάρκεια της ειδικότητάς της στην παθολογία. Κάθε φορά που οι ασθενείς της παρουσίαζαν μία λοίμωξη του αίματος, η Μπατ ήθελε να εξακριβώσει την πηγή της λοίμωξης. Διαπίστωσε , ωστόσο, ότι η πηγή συχνά δεν ήταν εύκολο να εξακριβωθεί.

Εξετάζοντας διάφορα πιθανά αίτια των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, η Μπατ αποφάσισε να διερευνήσει το εντερικό μικροβίωμα, δηλαδή τα χιλιάδες μικρόβια που βρίσκονται φυσιολογικά στον ανθρώπινο οργανισμό. Τα τελευταία χρόνια, έχει αποκαλυφθεί ότι το μικροβίωμα έχει σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό, την ανοσία, ακόμα και την ψυχική μας υγεία. Η Μπατ θέλησε να εξετάσει αν τα μικρόβια αυτά μπορούν να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος ορισμένων ασθενών, ιδιαίτερα αυτών με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα.

Η Μπατ και οι συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων η Φιόνα Ταμπουρίνι και η Τέσα Άντερμαν, εστίασαν την έρευνά τους στο έντερο, το οποίο αποτελεί φυσικό περιβάλλον αρκετών διαφορετικών μικροβιακών ειδών. Η ομάδα της εξέτασε συνολικά 30 ασθενείς που έκαναν μεταμόσχευση μυελού των οστών από τους οποίους έλαβε εβδομαδιαίως δείγμα κοπράνων. Τα τελευταία περιέχουν αρκετά διαφορετικά μικρόβια που βρίσκονται στο έντερο.

Οι ασθενείς που κάνουν μεταμόσχευση μυελού των οστών παίρνουν φάρμακα τα οποία καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό γίνεται για να προστατευτούν τα κύτταρα του δότη από το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή. Οι ασθενείς αυτοί, κατά συνέπεια, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων.

Κάθε φορά που ένας από τους παραπάνω ασθενείς παρουσίαζε μία λοίμωξη του αίματος μέσα σε 30 ημέρες από την απομόνωση των μικροβίων από το δείγμα κοπράνων του, οι ερευνητές απομόνωναν το βακτήριο που ενοχοποιείται από το αίμα και ανέλυαν την αλληλουχία του DNA του.

Το επόμενο βήμα ήταν να εξεταστεί αν το βακτήριο που προκάλεσε τη λοίμωξη αντιστοιχεί σε κάποιο βακτήριο από το δείγμα κοπράνων του ασθενούς. Το γεγονός αυτό θα αποτελούσε απόδειξη ότι το βακτήριο αυτό προέρχεται από το εντερικό μικροβίωμα.

Αν και σαν ιδέα ακούγεται εύκολη, η εφαρμογή της παραπάνω μεθόδου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Οι ερευνητές έπρεπε να συγκρίνουν το DNA ενός βακτηριακού στελέχους με το σύνολο του DNA που είχαν εξάγει από τα εκατοντάδες μικρόβια που βρίσκονται στο έντερο των ασθενών. Η ανάλυση απαιτούσε επίσης μεγάλη ακρίβεια. Οι ερευνητές παρομοίωσαν τη διαδικασία αυτή με την επιδιόρθωση εκατοντάδων διαφορετικών φωτογραφιών που είχαν κοπεί σε μικρά κομμάτια και είχαν ανακατευτεί.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το εργαλείο StrainSifter για να επιτύχουν τον παραπάνω στόχο. Η ανάλυση έδειξε ότι το 1/3 των δειγμάτων περιείχε το μικροβιακό στέλεχος που ευθυνόταν για τη λοίμωξη των ασθενών. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι τα στελέχη αυτά δεν ανευρέθηκαν επίσης στο αίμα ή τα κόπρανα άλλων ασθενών στο ίδιο νοσοκομείο. Αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένδειξη ότι τα μικρόβια δεν μεταφέρονται από τον ένα ασθενή στον άλλο.

Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ουσιαστικά ότι οι ασθενείς δεν «κολλάνε» μία λοίμωξη από το περιβάλλον ή ένα άλλο άτομο, αλλά νοσούν λόγω μίας μικροβιακής ανισορροπίας στον ίδιο τους τον οργανισμό. Η Μπατ σημείωσε ότι οι εθελοντές της έρευνας συχνά λάμβαναν μεγάλες ποσότητες αντιβιοτικών ή άλλων φαρμάκων κατά την παραμονή τους στο νοσοκομείο. Χωρίς προσεκτική διαχείριση, ο οργανισμός τους θα μπορούσε να αποτελέσει το περιβάλλον ανάπτυξης για λοιμώδη και ανθεκτικά βακτήρια.

Στην πραγματικότητα, τα κλινικά δεδομένα και τα δεδομένα από την ανάλυση του DNA επιβεβαίωσαν την παρουσία των ανθεκτικών στα αντιβιοτικά στελεχών Escherichia coli και Klebsiella pneumonia στο γαστρεντερικό σωλήνα. Τα παραπάνω βακτήρια αποτελούν κοινά αίτια σοβαρής πνευμονίας, ουρολοιμώξεων και άλλων δυνητικά σοβαρών παθήσεων. Στο έντερο των ασθενών που είχαν κάνει μεταμόσχευση μυελού των οστών, υπήρχαν επίσης παθογόνα βακτήρια που δεν βρίσκονται φυσιολογικά στο έντερο.

Αν και είναι ακόμα απαραίτητο να τηρούνται τα μέτρα υγιεινής στο νοσοκομείο, τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η πρόληψη των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων ίσως είναι πιο δύσκολη απ’όσο πιστεύαμε. Ο προσδιορισμός της αιτίας μίας λοίμωξης μπορεί να απαιτεί προσεκτικότερη εξέταση για τον κάθε ασθενή και το εντερικό του μικροβίωμα. Τα καλά νέα είναι ότι οι νέες μέθοδοι για να διαπιστωθεί η αιτία μίας λοίμωξης θα βοηθήσουν τους επαγγελματίες υγείας να αναπτύξουν πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές μεθόδους για τη διαχείριση των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων στο μέλλον.

Βιβλιογραφία: NIH Director’s Bl