Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας, ένα βακτήριο που περιέχεται συχνά στα προβιοτικά συμπληρώματα διατροφής για το γαστρεντερικό, βοηθά στην αντιμετώπιση του Staphylococcus aureus, ενός βακτηρίου που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, ανθεκτικές στα αντιβιοτικά λοιμώξεις. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα βακτήρια Bacillus δεν επιτρέπουν στα βακτήρια του S. Aureus να πολλαπλασιαστούν στο έντερο και τη ρινική κοιλότητα των υγιών ατόμων. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο ποντικών, διαπίστωσαν ακριβώς γιατί συμβαίνει το παραπάνω.

«Τα προβιοτικά χορηγούνται συχνά ως συμπληρώματα διατροφής για τη βελτίωση της υγείας του γαστρεντερικού», είπε ο διευθυντής του NIAID, Άντονι Φάουσι. «Αυτή είναι μία από τις πρώτες έρευνες που περιγράφει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο προσφέρουν οφέλη για την υγεία. Η πιθανότητα ότι η χορήγηση Bacillus από του στόματος μπορεί να αποτελεί εναλλακτική της αντιβιοτικής θεραπείας για ορισμένες παθήσεις, έχει επιστημονικό ενδιαφέρον και σίγουρα χρήζει περαιτέρω διερεύνησης».

Οι λοιμώξεις από σταφυλόκοκκο προκαλούν δεκάδες χιλιάδες θανάτους ετησίως. Αρκετοί γνωρίζουν ότι ο MRSA (ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus) μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσηση. Λιγότεροι γνωρίζουν ότι ο S. aureus μπορεί να παραμείνει στη ρινική κοιλότητα ή το έντερο χωρίς να προκαλεί βλάβες. Ωστόσο, εφόσον υπάρξει διάσπαση του δέρματος ή καταστολή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, τα βακτήρια αυτά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις.

Μία στρατηγική για την πρόληψη των λοιμώξεων από σταφυλόκκοκο είναι η εξάλειψη των αποικιών του S. Aureus. Ωστόσο, ορισμένες προσεγγίσεις για τον παραπάνω στόχο απαιτούν σημαντικές ποσότητες τοπικών αντιβιοτικών και έχουν μειωμένη αποτελεσματικότητα, καθώς στοχεύουν βακτήρια τα οποία μπορούν να πολλαπλασιαστούν ταχέως μετά τη διακοπή της αγωγής.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 200 εθελοντές από αγροτικές περιοχές της Ταϊλάνδης. Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι ο πληθυσμός αυτός δεν θα έχει επηρεαστεί από τα επεξεργασμένα τρόφιμα και τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται ευρέως στα άτομα που ζουν σε αστικές περιοχές. Οι ερευνητές ανέλυσαν, αρχικά, δείγματα κοπράνων από κάθε εθελοντή για βακτήρια που σχετίζονται με απουσία του S. Aureus. Βρήκαν συνολικά 101 δείγματα θετικά για Bacillus και συγκεκριμένα το είδος B. Subtilis, το οποίο περιέχεται σε αρκετά προβιοτικά προϊόντα. Τα βακτήρια Bacillus σχηματίζουν σπόρια τα οποία μπορούν να επιβιώσουν σε αντίξοες συνθήκες. Συνήθως βρίσκονται στα λαχανικά και μέσω της κατανάλωσης των τελευταίων από τον άνθρωπο, φτάνουν στο έντερο. Οι επιστήμονες εξέτασαν στη συνέχεια τους ίδιους εθελοντές για την παρουσία S. Aureus και διαπίστωσαν ότι 26 από αυτούς είχαν το βακτήριο αυτό στη ρινική κοιλότητα ενώ 25 στο έντερο. Ενδιαφέρον είχε η παρατήρηση ότι δεν υπήρχαν βακτήρια S. aureus στους εθελοντές που είχαν βακτήρια Bacillus.

Σε έρευνες που έγιναν σε ποντίκια, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ένα αισθητήριο σύστημα για το S. Aureus το οποίο πρέπει να λειτουργεί για να μπορούν να πολλαπλασιαστούν στο έντερο τα βακτήρια. Παρατηρήθηκε επίσης ότι όλα τα βακτήρια Bacillus που απομονώθηκαν από τα δείγματα κοπράνων των ανθρώπων είχαν τη δυνατότητα να αναστέλλουν το σύστημα αυτό.

Χρησιμοποιώντας χρωματογραφία και άλλες τεχνικές, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ουσίες τις οποίες ονόμασαν «fengycins». Οι ουσίες αυτές είναι λιποπεπτίδια και, σύμφωνα με τους ερευνητές, αναστέλλουν το αισθητήριο σύστημα για τον S. Aureus. Επιπλέον εξετάσεις έδειξαν ότι τα λιποπεπτίδια αυτά είχαν την ίδια δράση σε αρκετά διαφορετικά στελέχη του S. Aureus.

Θέλοντας να επιβεβαιώσουν τα ευρήματά τους, οι επιστήμονες προκάλεσαν αποικισμό του εντέρου των ποντικών με S. Aureus και στη συνέχεια τους χορήγησαν προβιοτικά με B. Subtilis. Η χορήγηση του προβιοτικού Bacillus κάθε 2 μέρες ήταν ικανή να εξαλείψει το S. Aureus από το έντερο των ποντικών.

Οι επιστήμονες σχεδιάζουν στη συνέχεια να εξετάσουν αν ένα προβιοτικό προϊόν που περιέχει μόνο B. Subtilis μπορεί να εξαλείψει τις αποικίες S. Aureus και στον άνθρωπο. Αν το πείραμά τους έχει επιτυχία θα μειωθούν σημαντικά οι λοιμώξεις από MRSA στα νοσοκομεία.

Βιβλιογραφία: NIH