Η ιστορία της «μεγαλύτερης ιατρικής καταστροφής όλων των εποχών», όπως την αποκάλεσαν αργότερα αρκετοί επιστήμονες, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 στη Δυτική Γερμανία όταν η φαρμακευτική εταιρία Chemie Grünenthal ανέπτυξε τη θαλιδομίδη.

Τον Ιούλιο του 1956, οι ελεγκτικοί φορείς της Δυτικής Γερμανίας ενέκριναν τη διάθεση του φαρμάκου από τα φαρμακεία χωρίς να απαιτείται ιατρική συνταγή. Η θαλιδομίδη αναπτύχθηκε αρχικά ως ηρεμιστικό ή κατασταλτικό, ωστόσο σύντομα διαπιστώθηκε ότι μπορεί να έχει και άλλες χρήσεις με αποτέλεσμα να λαμβάνεται στην αντιμετώπιση της πνευμονίας, του κοινού κρυολογήματος, καθώς και της ναυτίας στο 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Μέσα σε λίγα χρόνια, η Chemie Grünenthal είχε παραχωρήσει δικαιώματα για την παρασκευή του φαρμάκου σε 14 φαρμακευτικές εταιρίες οι οποίες διέθεσαν το φάρμακο σε 46 χώρες.

«100% Ασφαλές»

Στη Μεγάλη Βρετανία, η θαλιδομίδη κυκλοφόρησε το 1958 με την εμπορική ονομασία Distaval ως θεραπεία αντιμετώπισης της πρωινής ναυτίας.

Αν και δεν υπήρχαν δεδομένα από έρευνες με ανθρώπους εθελοντές, η Distillers Company Biochemicals, παρασκευάστρια εταιρία του φαρμάκου, είχε ανακοινώσει ότι «το Distaval μπορεί να χορηγηθεί σε γυναίκες και θηλάζουσες χωρίς να υπάρχει κάποιος κίνδυνος για τη μητέρα ή το έμβρυο».

Με βάση της εξετάσεις τοξικότητας που είχε κάνει η Chemie Grünenthal σε ποντίκια, η εταιρία πίστευε ότι ακόμα και οι υψηλές δόσεις του φαρμάκου δεν ήταν επικίνδυνες για τον άνθρωπο.

Ο Dr Alexander Leslie Florence, γενικός γιατρός στο Turriff της Σκωτίας ήταν ο πρώτος επαγγελματίας υγείας που αμφισβήτησε το παραπάνω γεγονός. Σε μία επιστολή που δημοσίευσε το 1960 στο BMJ, ανέφερε ότι 4 από τους ασθενείς του παρουσίασαν σοβαρά παραισθησία, ένα μούδιασμα ή αίσθημα καύσου στα χέρια και τα πόδια τους μετά τη θεραπεία με το παραπάνω φάρμακο.

«3 από τους ασθενείς δεν έχουν λάβει θαλιδομίδη για 2-3 μήνες και τα συμπτώματά τους έχουν παρουσιάσει βελτίωση αν και ακόμα παραμένουν σε κάποιο βαθμό. Όπως φαίνεται, τα συμπτώματα αυτά αποτελούν πιθανώς τοξικές επιδράσεις της θαλιδομίδης», έγραψε ο ίδιος.

Το επόμενο έτος, ο Dr William McBride, ένας Αυστραλός μαιευτήρας ο οποίος είχε αναδείξει τη χρησιμότητα της θαλιδομίδης στην αντιμετώπιση της πρωινής ναυτίας, έγραψε στο επιστημονικό περιοδικό Lancet, υποστηρίζοντας ότι 1 στα 5 βρέφη από μητέρες που είχαν κάνει θεραπεία με θαλιδομίδη παρουσίαζε «πολλαπλές σοβαρές ανωμαλίες».

Θέλοντας να εξετάσει περισσότερο την αύξηση στις συγγενείς ανωμαλίες που είχε παρατηρηθεί στη χώρα την ίδια περίοδο, η Γερμανία έκανε μία έρευνα στην οποία διαπιστώθηκε ότι η θαλιδομίδη πιθανώς ευθυνόταν για το φαινόμενο αυτό. Ως αποτέλεσμα, η Chemie Grünenthal σταμάτησε την κυκλοφορία του φαρμάκου στις 26 Νοεμβρίου του 1961, σχεδόν 5 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του φαρμάκου. Μέχρι το 1962, η θαλιδομίδη είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία σε όλο τον κόσμο.

Επιδράσεις στην Ανάπτυξη των Εμβρύων

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το φάρμακο μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου αν χορηγηθεί στην έγκυο 20-37 ημέρες μετά τη σύλληψη.

Η θαλιδομίδη προκαλεί μία σειρά συγγενείς ανωμαλίες, με συχνότερη τη φωκομελία, η οποία ουσιαστικά αναφέρεται στην ελλιπή ανάπτυξη των άνω ή κάτω άκρων. Το φάρμακο μπορεί επίσης να επηρεάσει την ανάπτυξη οργάνων, όπως ο εγκέφαλος, οι οφθαλμοί και τα ώτα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εποχής, το φάρμακο προκάλεσε σχεδόν 10.000 περιστατικά σοβαρών συγγενών ανωμαλιών, με αποτέλεσμα περίπου 5.000 παιδιά να καταλήγουν μέσα σε λίγους μήνες. Στο διάστημα κυκλοφορίας του φαρμάκου αναφέρθηκαν επίσης αυξημένα ποσοστά αποβολών.

Ωστόσο, η θαλιδομίδη δεν κυκλοφόρησε ευρέως σε όλο τον κόσμο. Για παράδειγμα, όταν το 1960 η φαρμακευτική εταιρία William S. Merrell Company προσπάθησε να λάβει έγκριση για το φάρμακο στις ΗΠΑ, ο Dr Frances Kelsey, ένας καθηγητής φαρμακολογίας από το FDA, τάχθηκε ενάντια στο φάρμακο υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν δεδομένα από κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, ενώ υπάρχει και κίνδυνος νευρικών βλαβών.

Απουσία Ελέγχου

Ακόμα κι αν υπήρχαν κλινικές δοκιμές, ωστόσο, τα αποτελέσματά τους δεν θα είχαν την ίδια ισχύ με αυτή που έχουν σήμερα, καθώς εκείνη την εποχή δεν ήταν απαραίτητο να παρακολουθούνται από το FDA.

Μάλιστα, ακόμα και χωρίς την έγκριση του FDA, η εταιρία είχε ήδη δώσει 2.5 εκατομμύρια χάπια θαλιδομίδης σε γιατρούς των ΗΠΑ, οι οποίοι τα είχαν χορηγήσει σε περίπου 20.000 ασθενείς, εκ των οποίων και 207 έγκυες. Πάνω από 1.000 γιατροί είχαν λάβει μέρος στη διεξαγωγή των παραπάνω «κλινικών δοκιμών», ωστόσο ελάχιστοι παρατήρησαν τις επιδράσεις του φαρμάκου στους ασθενείς τους.

Σύμφωνα με το FDA, στο διάστημα αυτό παρουσιάστηκαν συνολικά 17 συγγενείς ανωμαλίες οι οποίες αποδόθηκαν στη θαλιδομίδη.

Στις ΗΠΑ, το σκάνδαλο της θαλιδομίδης οδήγησε σε ολική αναδιάρθρωση του συστήματος ελέγχου των φαρμάκων. Στις 2 Οκτωβρίου του 1962, το Κογκρέσο ενέκρινε τα Kefauver-Harris Amendments, ένα νόμο που επικυρώθηκε από τον πρόεδρο John F. Kennedy 8 ημέρες αργότερα.

Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, για την έγκριση κάθε νέου φαρμάκου θα πρέπει να υπάρχουν δεδομένα κλινικών δοκιμών με πειραματόζωα, αλλά και ανθρώπους, τα οποία θα μπορούν να αποδείξουν ότι το φάρμακο είναι ασφαλές και αποτελεσματικό πριν αυτό κυκλοφορήσει στην αγορά.

Σημαντικές Μεταρρυθμίσεις

Τα Kefauver-Harris Amendments ουσιαστικά διόρθωσαν αρκετές από τις παραλείψεις του Federal Food, Drug and Cosmetic Act, ενός νόμου που είχε ψηφιστεί το 1936 και επέτρεπε στις φαρμακευτικές εταιρίες να κυκλοφορήσουν ένα φάρμακο στην αγορά, αν δεν είχαν λάβει απάντηση από το FDA 60 ημέρες μετά την υποβολή της έγκρισης.

Με τα Kefauver-Harris Amendments, το FDA δεν ήταν παρατηρητής και είχε πλέον κεντρικό ρόλο στην κυκλοφορία ενός νέου φαρμάκου στην αγορά. Μεταξύ άλλων, η παραπάνω νομοθεσία αναφέρει:

  • Οι παρασκευάστριες εταιρίες πρέπει να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων και να αναφέρουν οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες ενέργειες αυτά έχουν.
  • Οι κλινικές δοκιμές των φαρμάκων θα πρέπει να είναι τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες και να διεξάγονται από ειδικούς γιατρούς.
  • Οι εθελοντές θα πρέπει να έχουν υπογράψει έντυπα συναίνεσης αφού ενημερώθηκαν για την κλινική μελέτη.
  • Το FDA έχει 180 ημέρες για να αποφασίσει την έγκριση ή απόρριψη ενός νέου φαρμάκου.
  • Το FDA μπορεί να εξετάσει το μηχανισμό παρασκευής του φαρμάκου και να παρακολουθεί τακτικά τα εργοστάσια παραγωγής.
  • Κάθε διαφήμιση φαρμάκου θα πρέπει να εγκρίνεται από το FDA προκειμένου να διασφαλιστεί ότι είναι ακριβής.

Αντίστοιχες νέες νομοθεσίες πέρασαν και σε άλλες χώρες παγκοσμίως. Για παράδειγμα το Medicines Act του 1968 στη Μεγάλη Βρετανία, έκανε διαχωρισμό των φαρμάκων σε 3 κατηγορίες:

  • Φάρμακα που χορηγούνται μόνο με συνταγή
  • Φάρμακα που διατίθενται μόνο στα φαρμακεία χωρίς συνταγή
  • Φάρμακα που διατίθενται σε οποιοδήποτε κατάστημα χωρίς συνταγή

Νέες Προσεγγίσεις στην Αναφορά των Ανεπιθυμήτων Ενεργειών

Η Μεγάλη Βρετανία ξεκίνησε επίσης ένα σύστημα στο οποίο οι γιατροί θα μπορούν να αναφέρουν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων, το οποίο ονομάστηκε Yellow Card Scheme. Το FDA δημιούργησε μία αντίστοιχη πλατφόρμα στην οποία έχουν πρόσβαση και μη γιατροί, το MedWatch.

Στη Μεγάλη Βρετανία εγκρίθηκαν επίσης νομοθεσίες οι οποίες απαιτούσαν ότι οι εταιρίες πρέπει να προσφέρουν δεδομένα κλινικών δοκιμών που αποδεικνύουν ότι το φάρμακο είναι ασφαλές για τις εγκύους πριν το τελευταίο χορηγηθεί σε αυτό τον πληθυσμό.

Η σημαντικότερη νομοθεσία, ωστόσο, ήταν ότι κάθε φάρμακο που εγκρίνεται θα πρέπει να έχει δεδομένα από κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους.

Ουσιαστικά, το σκάνδαλο της θαλιδομίδης ανέδειξε ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα, δηλαδή το γεγονός ότι κάθε είδος αντιδρά διαφορετικά στα διάφορα φάρμακα. Τα ποντίκια για παράδειγμα είχαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις επιδράσεις της θαλιδομίδης συγκριτικά με άλλα ζώα, όπως τα κουνέλια.

Ισχυρά και Αποτελεσματικά Φάρμακα

Μετά από όλα τα παραπάνω, το γεγονός ότι η θαλιδομίδη χορηγείται ακόμα σήμερα μπορεί να μας προκαλέσει έκπληξη. Το φάρμακο έχει εγκριθεί σήμερα για την αντιμετώπιση της νόσου του Hansen (λέπρα) και το πολλαπλό μυέλωμα, μία μορφή καρκίνου που επηρεάζει τα λευκά αιμοσφαίρια.

Ωστόσο, από το 1998, χορηγείται αποκλειστικά μέσω ενός ειδικού προγράμματος, το οποίο ενημερώνει τους ασθενείς σχετικά με τους κινδύνους του φαρμάκου.

Τα ισχυρά φάρμακα από τη φύση τους μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η τραγωδία της θαλιδομίδης ανέδειξε για πρώτη φορά τη σημαντικότητα αυστηρών ελέγχων για την έγκριση φαρμάκων και εμβολίων.