Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences, οι χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις μπορεί να προκαλέσουν μόνιμες βλάβες στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, οι παραπάνω βλάβες ομοιάζουν αυτές που προκαλεί η διαδικασία της γήρανσης.

Η χρόνια φλεγμονή είναι ένας από τους παράγοντες που ενοχοποιούνται για τη γήρανση και τις παθήσεις που σχετίζονται με την ηλικία, όπως εξήγησαν.

Ωστόσο, προς το παρόν δεν είναι ακόμα σαφές αν οι χρόνιες λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν αντίστοιχες βλάβες μέσω του παραπάνω μηχανισμού.

Τι Διαπίστωσε η Μελέτη

Γνωρίζουμε σήμερα ότι τόσο η γήρανση όσο και οι χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις μπορεί να προκαλέσουν συστηματική φλεγμονή.

Η τελευταία έχει συνδεθεί στο παρελθόν με περιορισμό της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς και με την εμφάνιση ορισμένων χρονίων νόσων.

Θέλοντας να εξετάσουν τις ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στη γήρανση και τις χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις, η επιστημονική ομάδα από το Buck Institute for Research on Aging εξέτασε ηλικιωμένους, καθώς και ασθενείς με HIV ή ηπατίτιδα C.

Στα πλαίσια της έρευνάς τους εξέτασαν τις επιδράσεις τόσο των παραπάνω λοιμώξεων όσο και της γήρανσης σε διάφορα κομμάτια του ανοσοποιητικού συστήματος.

Όπως παρατήρησαν, οι επιδράσεις της γήρανσης στο ανοσοποιητικό ομοιάζουν αρκετά αυτές των χρονίων λοιμώξεων και περιλαμβάνουν μεταβολές στη λειτουργία τω Τ λεμφοκυττάρων, αυξημένη φλεγμονώδη σηματοδότηση και μειωμένη ευαισθησία στην ενεργοποίηση των κυτταροκινών τόσο στα λεμφοκύτταρα, όσο και στα μυελοειδή κύτταρα.

Με άλλα λόγια, η έρευνα έδειξε ότι οι χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, αντίστοιχα με τη γήρανση.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν επίσης ότι οι παραπάνω επιδράσεις μπορεί να παραμείνουν για 1 χρόνο ή περισσότερο μετά τη μείωση ή την εξάλειψη του ιικού φορτίου.

Ωστόσο, η επιτυχής αντιμετώπιση της λοίμωξης μπορεί να επαναφέρει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος σε κάποιο βαθμό.

Τι Πρέπει να μας Μείνει από τη Μελέτη

Από την παραπάνω μελέτη είναι σημαντικό να σταθούμε σε δύο σημεία.

Πρώτον, στο γεγονός ότι οι χρόνιες λοιμώξεις μπορεί να έχουν σημαντικές επιδράσεις στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Αυτό είναι κάτι που ήδη γνωρίζαμε για τον HIV, ωστόσο η νέα πληροφορία είναι ότι μπορεί να επηρεαστεί και η απόκριση του ανοσοποιητικού σε άλλους ιούς μέσω της σηματοδότησης που σχετίζεται με την ιντερφερόνη άλφα.

Η τελευταία είναι μία κυτταροκίνη που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα ως απόκριση σε μία ιογενή λοίμωξη.

Το δεύτερο σημαντικό σημείο της έρευνας είναι ότι οι βλάβες που προκαλούνται από τις χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις πιθανώς είναι δυνατό να αναιρεθούν, εφόσον καταφέρουμε να εξαλείψουμε εντελώς το ιικό φορτίο.

Η ολική αντιμετώπιση του ιού HCV ήταν ικανή να επαναφέρει την αντιική δράση της φυσικής ανοσίας. Αντίθετα, ο περιορισμός του HIV με κατασταλτικά φάρμακα (τα οποία δεν μπορούν να εξαλείψουν εντελώς τα σωματίδια του ιού) δεν ήταν αρκετός για να αναιρέσει τις επιδράσεις του στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Τι Σημαίνουν τα Αποτελέσματα της Έρευνας για την COVID-19;

Προς το παρόν είναι νωρίς για να γνωρίζουμε αν οι παρατηρήσεις της έρευνας αφορούν τους ασθενείς με COVID-19.

Ωστόσο, το μοντέλο της έρευνας δείχνει ότι η συνεχής έκθεση του ανοσοποιητικού συστήματος σε ιούς μπορεί, μακροπρόθεσμα, να επηρεάσει τη λειτουργία του.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί ακόμα είναι αν το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών με COVID-19 έχει υποστεί μόνιμες βλάβες από τη λοίμωξη με τον ιό.

Το φαινόμενο του long COVID αποτελεί ένδειξη ότι αυτό πιθανώς είναι δυνατό, ωστόσο προς το παρόν δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα.

Η παρούσα μελέτη διαπίστωσε ότι η καταστολή της ιντερφερόνης άλφα από μία χρόνια λοίμωξη μπορεί να επηρεάσει την απόκριση σε οποιοδήποτε άλλο ιό.