Όπως συμβαίνει και με άλλες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, ο COVID-19, δηλαδή η λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κοροναϊός, μπορεί να παρουσιάζει διαφορετική βαρύτητα σε κάθε ασθενή. Η συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών είναι ήπια και περιλαμβάνουν συνήθως συμπτώματα κρυολογήματος ή ήπιας πνευμονίας, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα για την επιδημία του κοροναϊού που δημοσιεύτηκαν στις 17 Φεβρουαρίου από το Chinese Center for Disease Control and Prevention.

Το 14% περίπου των επιβεβαιωμένων περιστατικών ήταν «σοβαρά» και παρουσίασαν σοβαρή πνευμονία και δύσπνοια. Ένα 5% παρουσίασε αναπνευστική ανεπάρκεια, σηπτικό σοκ ή ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων και άλλες καταστάσεις δυνητικά απειλητικές για τη ζωή. Συνολικά, το 2.3% των επιβεβαιωμένων περιστατικών τελικά κατέληξε.

Οι επιστήμονες προσπαθούν ακόμα να κατανοήσουν γιατί ορισμένοι ασθενείς κινδυνεύουν περισσότερο από τον ιό σε σχέση με άλλους. Δεν γνωρίζουμε επίσης ακόμη γιατί ο νέος κοροναϊός είναι πιο επικίνδυνος σε σχέση με αυτούς που κυκλοφορούν κάθε χρόνο και προκαλούν συμπτώματα κρυολογήματος. «Νομίζω ότι θα χρειαστεί αρκετός χρόνος μέχρι να αποκρυπτογραφήσουμε τους βιολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν γιατί ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν σοβαρότερη νόσηση από άλλους», είπε η Angela Rasmussen, μία ιολόγος από το Columbia University.

Οι Ηλικιωμένοι και οι Ασθενείς με Προϋπάρχουσες Παθήσεις Κινδυνεύουν Περισσότερο από Σοβαρές Λοιμώξεις με τον COVID-19

Τα τελευταία δεδομένα από την Κίνα προέρχονται από μία ανάλυση που εξέτασε σχεδόν 45.000 επιβεβαιωμένα περιστατικά και δείχνει ότι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση από τον COVID-19 είναι οι ασθενείς με προϋπάρχουσες παθήσεις και οι ηλικιωμένοι.

Αν και η θνησιμότητα σε αυτούς που ήταν γενικά υγιείς πριν τη λοίμωξη με τον ιό είναι λιγότερο από 1%, το αντίστοιχο ποσοστό στους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο είναι σχεδόν 10.5%. Για τους διαβητικούς το ποσοστό ήταν 7.3%, ενώ γι’ αυτούς που πάσχουν από χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, υπέρταση ή καρκίνο ήταν σχεδόν 6%.

Η θνησιμότητα του ιού συνολικά είναι περίπου 2.3%, ωστόσο οι ειδικοί τονίζουν ότι στην πραγματικότητα είναι χαμηλότερη, καθώς αρκετά ήπια περιστατικά δεν έχουν διαγνωστεί. Αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο είναι οι ηλικιωμένοι άνω των 80 ετών, στους οποίους τα ποσοστά θανάτου είναι σχεδόν 14.8%. Ωστόσο, θάνατοι έχουν παρατηρηθεί σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, εκτός από τα παιδιά κάτω των 9 ετών, τα οποία φαίνεται ότι δεν επηρεάζονται από τον ιό.

Επιδημίες από άλλους ιούς, όπως για παράδειγμα η πανδημία της γρίπης του 1918, είχε υψηλή θνησιμότητα στα παιδιά μικρής ηλικίας και τους ενήλικες 20-40 ετών. Οι επιδημίες των κοροναϊών, ωστόσο, όπως ο SARS και ο MERS, παρουσιάζουν αντίστοιχη συμπεριφορά με τον COVID-19. «Αν είστε άνω των 60 και έχετε συνοδά νοσήματα τότε μία έκθεση στον ιό πιθανώς είναι επικίνδυνη για εσάς», είπε η Lisa Gralinski, μία ιολόγος από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.

Προς το παρόν, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν γιατί η λοίμωξη είναι σοβαρότερη στις μεγαλύτερες ηλικίες, ωστόσο η επικρατέστερη θεωρία υποστηρίζει ότι η επιδείνωση της νόσου σχετίζεται με την ανοσιακή απόκριση του ασθενούς. «Σίγουρα έχει σημασία και ο ιός, αλλά η ανοσιακή απόκριση του ασθενούς είναι σημαντικότερη», είπε ο Stanley Perlman, ένας ιολόγος-παιδίατρος από το Πανεπιστήμιο της Άιοβα.

Μόλις ο ιός COVID-19 εισέλθει στο αναπνευστικό σύστημα, εγκαθίσταται και πολλαπλασιάζεται στα κύτταρα των αεραγωγών, προκαλώντας βλάβες που εκκινούν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Στους περισσότερους ασθενείς εμφανίζεται τοπική φλεγμονή, η οποία προσελκύει ανοσιακά κύτταρα για να αντιμετωπίσει τα παθογόνα. Η ανοσιακή αυτή απόκριση στη συνέχεια υποχωρεί και ο ασθενής αναρρώνει.

Για λόγους που, ωστόσο, ακόμη δεν είναι γνωστοί, ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν δυσλειτουργίες στο ανοσοποιητικό τους σύστημα με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο περιορισμός της παραπάνω ανοσιακής απόκρισης. Αυτό μπορεί να προκαλέσει μία ανεξέλεγκτη ανοσιακή απόκριση που οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή ανοσιακών κυττάρων και σηματοδοτικών μορίων με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί καταιγίδα κυτταροκινών από την εισροή των ανοσιακών κυττάρων στους πνεύμονες. «Αυτός είναι και ο λόγος που εμφανίζονται παθήσεις όπως η πνευμονία, η δύσπνοια και η φλεγμονή των αεραγωγών», πρόσθεσε η Rasmussen.

Η τοπική φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη φλεγμονή στους πνεύμονες, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρκετά οργανικά συστήματα. Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να εμφανιστεί όταν ο ιός πολλαπλασιάζεται με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτή που μπορεί να αντιμετωπίστει το ανοσοποιητικό σύστημα, γεγονός που συχνά οδηγεί επίσης σε ανεξέλεγκτη ανοσιακή απόκριση. «Για τους ιούς SARS και MERS έχουμε επιβεβαιώσει σε πειραματόζωα ότι ο πολλαπλασιασμός του ιού είναι ταχύτατος», είπε ο Perlman.

Για τα άτομα νεαρότερης ηλικίας, είναι δυσκολότερο να κατανοήσουμε γιατί καταλήγουν από τον ιό. Για παράδειγμα ο Li Wenliang, ο 34χρονος γιατρός που διέγνωσε τα πρώτα περιστατικά του ιού, κατέληξε λίγες εβδομάδες μετά τη μόλυνση με το παθογόνο.

Διάφοροι γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Αν και είναι σαφές ότι διάφοροι γενετικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της λοίμωξης από τον ιό, οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει ακόμα να ταυτοποιήσουν συγκεκριμένα γονίδια που συνδέονται με αυξημένη ευαισθησία. Διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως το κάπνισμα και η ποιότητα του αέρα, μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της νόσου.

Αρκετές έρευνες αναζητούν επίσης τα αίτια της αναπνευστικής ανεπάρκειας από τη συστηματική φλεγμονή των πνευμόνων (ARDS) που εμφανίζεται μετά τη λοίμωξη από κορονοϊούς ή άλλους ιούς. Ωστόσο, προς το παρόν γνωρίζουμε ελάχιστα για τους μηχανισμούς που ενοχοποιούνται για το παραπάνω φαινόμενο, ούτε υπάρχει κάποια γνωστή μέθοδος αντιμετώπισης, είπε η Gralinski.

Οι Άνδρες Κινδυνεύουν Περισσότερο από τις Γυναίκες

Μία άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση από τα δεδομένα που δημοσιεύτηκαν την προηγούμενη εβδομάδα είναι ότι, αν και ο αριθμός ανδρών και γυναικών που έχουν μολυνθεί με τον ιό είναι παρόμοιος, τα ποσοστά θνησιμότητας είναι υψηλότερα για τους άνδρες (2.8%) σε σχέση με τις γυναίκες (1.7%). Η Rasmussen προειδοποίησε, ωστόσο, ότι αν και το δείγμα των ασθενών είναι σχετικά μεγάλο (45.000 ασθενείς) ο αριθμός αυτός δεν επαρκεί για να αποδείξει ότι το φύλο είναι παράγοντας που επηρεάζει τον κίνδυνο θνησιμότητας από τη νόσο.

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι οι επιδημίες των κορονοϊών SARS και MERS στο παρελθόν είχαν παρουσιάσει υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας στους άνδρες, επομένως δεν αποκλείεται να ισχύει το ίδιο και για τον COVID-19. Συγκεκριμένα, στην επιδημία του SARS το 2003 στο Χονγκ Κονγκ, η θνησιμότητα για τους άνδρες ήταν σχεδόν 22% ενώ για τις γυναίκες 13%.  Αντίστοιχα, σε μία ανάλυση για τον MERS το διάστημα 2017-2018 έδειξε ότι η θνησιμότητα του ιού είναι 32% για τους άνδρες και 26% για τις γυναίκες. Οι παραπάνω διαφορές, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αποδίδονται πιθανώς στην τοποθεσία του γονιδίου για τον υποδοχέα ACE-2, ο οποίος χρησιμοποιείται από τον SARS και το νέο κοροναϊό για την είσοδό του στα κύτταρα. Το γονίδιο αυτό βρίσκεται στο χρωμόσωμα Χ, επομένως στις γυναίκες, ένα παθολογικό αλληλόμορφο στο ένα χρωμόσωμα Χ μπορεί πιθανώς να αναιρείται από ένα φυσιολογικό αλληλόμορφο στο άλλο χρωμόσωμα, κάτι που προφανώς δεν ισχύει στους άνδρες καθώς έχουν ένα μόνο χρωμόσωμα Χ. Μία άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι οι άνδρες καπνιστές είναι περισσότεροι από τις γυναίκες, επομένως οι πνεύμονές τους είναι πιο επιβαρυμένοι.

Μία έρευνα του Perlman, η οποία έδειξε ότι το φύλο μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα της λοίμωξης από SARS στα ποντίκια, αναδεικνύει την προστατευτική δράση των οιστρογόνων. Συγκεκριμένα, όπως παρατήρησαν οι επιστήμονες, η αφαίρεση των ωοθηκών ή ο αποκλεισμός των υποδοχέων για τα οιστρογόνα συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από τη νόσο.

Η Λοίμωξη από τον  COVID-19 Προσφέρει Ανοσία;

Προς το παρόν είναι άγνωστο αν η λοίμωξη με το νέο κοροναϊό προσφέρει ανοσία στον ασθενή μετά την αποδρομή της. Προηγούμενες έρευνες σε ασθενείς με SARS είχαν διαπιστώσει ότι 5-10 χρόνια μετά την ανάρρωσή τους από τη λοίμωξη, τα αντισώματα για τον κοροναϊό είχαν μειωθεί σημαντικά. «Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν ελάχιστα ή καθόλου αντισώματα», είπε η Gralinski.

Όσο για το νέο κοροναϊό, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η λοίμωξη προσφέρει κάποιου βαθμού ανοσία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Από τι Εξαρτάται η Ικανότητα ενός Κοροναϊού να Προκαλεί Σοβαρές Λοιμώξεις;

Σήμερα, γνωρίζουμε 7 κοροναϊούς που μπορεί να επηρεάσουν τον άνθρωπο. Οι 4 από αυτούς και συγκεκριμένα οι 229E, NL63, OC43 και HKU1, προκαλούν συνήθως ήπια κρυολογήματα και σπάνια είναι απειλητικοί για τη ζωή. Οι άλλοι 3, ωστόσο, δηλαδή οι MERS-CoV, SARS-CoV και COVID-19 παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας.Η επιδημία του SARS το 2003 προκάλεσε το θάνατο στο 10% των ασθενών, ενώ η επιδημία του MERS τα έτη 2012-2019 είχε ποσοστό θνησιμότητας 23%. Αν και η θνησιμότητα από τον COVID-19 είναι πολύ χαμηλότερη, ο ιός έχει προκαλέσει ήδη περισσότερους θανάτους σε σχέση με τους 2 παραπάνω κοροναϊούς, γεγονός που αποδίδεται πιθανώς στην ικανότητα μετάδοσης του ιού.

Οι κοροναϊοί που προκαλούν κοροναϊούς, καθώς και αρκετοί άλλοι ιοί που προκαλούν κοινό κρυολόγημα, περιορίζονται συνήθως στον ανώτερο αναπνευστικό σωλήνα, δηλαδή στη ρίνα και τα ιγμόρεια. Ωστόσο, τόσο ο SARS όσο και ο COVID-19 μπορούν να εισέλθουν στους πνεύμονες, γεγονός που προκαλεί συνήθως σοβαρότερη νόσηση.

Μία θεωρία που μπορεί πιθανώς να εξηγήσει το παραπάνω φαινόμενο είναι ότι οι ιοί αυτοί προσδένονται στον υποδοχέα ACE-2 προκειμένου να εισέλθουν στα κύτταρα. Ο υποδοχέας αυτός βρίσκεται στα επιθηλιακά κύτταρα των ανωτέρων και των κατωτέρων αεραγωγών, καθώς και στα πνευμονοκύτταρα τύπου ΙΙ, τα οποία βρίσκονται στις κυψελίδες και παράγουν πρωτεΐνες. «Τα πνευμονοκύτταρα τύπου ΙΙ είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη λειτορυγία των πνευμόνων, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει πιθανώς γιατί οι λοιμώξεις του κατωτέρου αναπνευστικού είναι τόσο σοβαρές», είπε η Gralinski.

Ο νέος κοροναϊός χρησιμοποιεί επίσης τον υποδοχέα του ACE-2, γεγονός που μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί είναι πιο επικίνδυνος από 4 κοροναϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα. Τα τελευταία, χρησιμοποιούν διαφορετικούς υποδοχείς, εκτός από τον NL63, ο οποίος χρησιμοποιεί επίσης τον ACE-2 αλλά δεν προσδένεται ισχυρά σε αυτόν.

Η Έρευνα δεν Πρέπει να Περιοριστεί

Προκειμένου να δώσουμε σαφείς απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα χρειαστεί αρκετός χρόνος και έρευνες με μεγάλη διάρκεια. Οι προηγούμενες επιδημίες των κοροναϊών είχαν προκαλέσει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον, το οποίο όμως περιορίστηκε γρήγορα.

«Ελπίζω ότι αυτή τη φορά η επιστημονική κοινότητα θα ασχοληθεί περισσότερο με το είδος αυτό της βασικής έρευνας προκειμένου να κατανοήσουμε εις βάθος τους μηχανισμούς της νόσου», είπε η Rasmussen. «Ειδάλλως, θα βρεθούμε ξανά στην ίδια κατάσταση όταν εμφανιστεί η επόμενη επιδημία από κοροναϊό ή άλλο παθογόνο».

Βιβλιογραφία: The Scientist