Η χρόνια χρήση αναστολέων αντλίας πρωτονίων αυξάνει τον κίνδυνο ιογενούς γαστρεντερίτιδας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας. Συγκεκριμένα, για κάθε 153 άτομα που παίρνουν τα φάρμακα αυτά κατά τους χειμερινούς μήνες, ένας από αυτούς θα παρουσιάσει λοίμωξη από εντεροϊό, όπως ανέφερε η Ana-Maria Vilcu, MSc και οι συνεργάτες της, από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι.

Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε την έρευνα, οι επιστήμονες ανέφεραν ότι η έρευνα αυτή επιβεβαιώνει τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα που δείχνουν ότι οι γιατροί πρέπει να αποφεύγουν την αλόγιστη χρήση των φαρμάκων αυτών με σκοπό να αποφευχθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες.

Οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων περιορίζουν το γαστρικό υγρό στο στόμαχο αποκλείοντας ένα ένζυμο που επάγει την παραγωγή του. Ωστόσο, η μείωση της έκκρισης υδροχλωρικού οξέος μπορεί να καταστήσει το στόμαχο πιο ευάλωτο σε παθογόνα του γαστρεντερικού, αποδυναμώνοντας παράλληλα το ανοσοποιητικό σύστημα.

Αν και οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων θεωρούνται γενικά ασφαλή φάρμακα, αρκετές έρευνες έχουν παρατηρήσει σύνδεση ανάμεσα στη μακροχρόνια χρήση των φαρμάκων αυτών και μία σειρά ανεπιθυμήτων ενεργειών, όπως τα κατάγματα από οστεοπόρωση, η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12, η νεφρική νόσος και οι λοιμώξεις, μεταξύ των οποίων και οι εντερικές λοιμώξεις από το Clostridium difficile.

Θέλοντας να εξετάσουν αν οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων αυξάνουν τον κίνδυνο οξέων εντερικών λοιμώξεων, η Vilcu και οι συνεργάτες της ανέλυσαν μία μεγάλη βάση δεδομένων από τα φάρμακα που διατίθενται στα φαρμακεία κατά τους χειμερινούς μήνες, τη διάρκεια δηλαδή που οι παραπάνω λοιμώξεις παρουσιάζουν τη μέγιστη συχνότητα.

Η βάση δεδομένων που χρησιμοποιήθηκε ήταν η Longitudinal Treatment Dynamics Database η οποία περιέχει δεδομένα για 7000 φαρμακεία στη Γαλλία και καλύπτει σχεδόν το 30% του πληθυσμού της χώρας.

Για κάθε ασθενή που έπαιρνε συνεχώς αναστολείς αντλίας πρωτονίων κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 15/16, οι ερευνητές βρήκαν 3 ασθενείς που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα και είχαν ίδιο φύλο και έτος γέννησης.

Οι επιστήμονες εξέτασαν τη συχνότητα των συνταγών για αναστολείς αντλίας πρωτονίων καθώς και την ποσότητα του φαρμάκου σε κάθε συνταγή. Χρησιμοποίησαν έναν ειδικό αλγόριθμο για να επιβεβαιώσουν τα οξέα επεισόδια γαστρεντερίτιδας, ενώ κατέγραψαν επίσης το είδος του φαρμάκου που χορηγήθηκε, την καθυστέρηση από την συνταγογράφηση του φαρμάκου μέχρι την εκτέλεση της συνταγής, καθώς και τα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς.

Εξετάστηκαν συνολικά 233.596 ασθενείς που έπαιρναν συνεχώς αναστολείς αντλίας πρωτονίων και 626.887 ασθενείς που δεν έπαιρναν τα φάρμακα αυτά. Η μέση ηλικία γι’ αυτούς που έπαιρναν αναστολείς αντλίας πρωτονίων ήταν τα 70 χρόνια, ενώ για την ομάδα ελέγχου ήταν τα 72.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι για κάθε 3131 άτομα που έπαιρναν αναστολείς αντλίας πρωτονίων εμφανίστηκε τουλάχιστον 1 επεισόδιο οξείας γαστρεντερίτιδας, ενώ σε αυτούς που δεν έπαιρναν τα φάρμακα αυτά η συχνότητα ήταν 1 ανά 4327. Μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο και τη θεραπεία για τις κοινές χρόνιες παθήσεις (διαβήτη, καρδιαγγειακή νόσο, αποφρακτικές πνευμονοπάθειες και παθήσεις που χρειάζονται ψυχοτροπικά φάρμακα), οι επιστήμονες παρατήρησαν ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στη χρήση αναστολέων αντλίας πρωτονίων και την οξεία γαστρεντερίτιδα (σχετικός κίνδυνος, 1.81).

Διαπίστωσαν επίσης ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στην ηλικία και τη χρήση ανταγωνιστών του υποδοχέα της ισταμίνης 2 (προσαρμοσμένος σχετικός κίνδυνος, 2.08). Διαπίστωσαν επίσης σύνδεση ανάμεσα στη χρήση των αναστολέων αντλίας πρωτονίων και την ηλικία, με τους ηλικιωμένους ασθενείς (45-64 ετών) να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο και τους νεότερους (0-14 ετών και 25-44) να μην διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

Οι ερευνητές τόνισαν ότι η έρευνά τους είχε και ορισμένους περιορισμούς. Αρχικά, για την ταυτοποίηση της γαστρεντερίτιδας χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από τις συνταγογραφήσεις και όχι διαγνώσεις γιατρών. Επιπλέον, οι ασθενείς μπορεί να είχαν πάρει και άλλα φάρμακα από άλλα φαρμακεία, επομένως οι πληροφορίες για την δόση των φαρμάκων ενδέχεται να μην ήταν ακριβείς. Οι ερευνητές δεν είχαν επίσης πληροφορίες για άλλους παράγοντες, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των ασθενών και η διατροφή.

Ωστόσο, οι ερευνητές κατέληξαν ότι «η συνεχής χρήση των αναστολέων αντλίας πρωτονίων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ιογενών εντερικών λοιμώξεων».

Η Kaleen Haynes, από το Πανεπιστήμιο του Waterloo στον Καναδά, η οποία έγραψε το άρθρο που συνόδευσε την έρευνα, συμφώνησε με την παραπάνω παρατήρηση.

Η Hayes και οι συνεργάτες της δήλωσαν ότι οι γιατροί πρέπει να σταματούν τη χορήγηση των αναστολέων αντλίας πρωτονίων, ιδιαίτερα αν δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για τη χρήση τους. Όπως τόνισαν, πρέπει να περιοριστεί η μακροπρόθεσμη χορήγηση των φαρμάκων αυτών στους περιπατητικούς ασθενείς με σκοπό «την πρόληψη των ελκών από τα ΜΣΑΦ, καθώς και την αντιμετώπιση παθήσεων όπως η σοβαρή οισοφαγίτιδα, ο οισοφάγος Barrett, τα ιδιοπαθή χρόνια έλκη, η αποφρακτική γαστροοισοφαγική παλινδρομική νόσος και οι παθήσεις που σχετίζονται με παθολογική υπερέκκριση (πχ. σύνδρομο Zollinger-Ellison). Δεν πρέπει επίσης να χορηγούνται σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών ελκών με αιμορραγία».

«Η έρευνα της Vilcu και των συνεργατών της αναδεικνύει έναν ακόμα κίνδυνο από τη θεραπεία με μία κατηγορία φαρμάκων που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε γενικά ασφαλή», κατέληξαν.

Βιβλιογραφία: Medscape