Ο μακροπρόθεσμος έλεγχος της HIV λοίμωξης χωρίς αντιρετροϊκή αγωγή είναι εφικτός στόχος. Αυτό υποστηρίζει ο Άντονι Φάουσι, MD, διευθυντής του National Institute of Allergy and Infectious Diseases (NIAID) των ΗΠΑ.

Μία «θεραπεία» της λοίμωξης από HIV με την κλασικό ορισμό απαιτεί καταστροφή όλων των κυττάρων που μεταφέρουν σωματίδια του ιού. Τα κύτταρα αυτά, τα οποία φέρουν DNA που κωδικοποιεί πρωτεΐνες του HIV, βρίσκονται σε κατάσταση ύφεσης και δεν παράγουν τμήματα του ιού. Μπορούν επίσης να επιβιώσουν στον οργανισμό για χρόνια ή εφ’όρου ζωής χωρίς να μπορούν να ανιχνευθούν από το ανοσοποιητικό σύστημα. Αν και αυτή τη στιγμή βρίσκονται υπό εξέλιξη έρευνες για την ανάπτυξη μίας κλασικής θεραπείας, ο Δρ, Φάουσι σημειώνει ότι χρειάζονται σημαντικές εξελίξεις προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός.

Ένας εναλλακτικός στόχος της κλασικής θεραπείας είναι η διατήρηση της κατάστασης ύφεσης χωρίς τη χρήση αντιρετροϊκής αγωγής, σύμφωνα με το Δρ. Φάουσι. Ο στόχος αυτός δεν περιλαμβάνει καταστροφή των κυττάρων που περιέχουν σωματίδια του HIV. Θα επιτρέπει επίσης στον φορέα να κρατά τον ιό σε καταστολή χωρίς να χρειάζεται καθημερινή χορήγηση φαρμάκων. Σήμερα, οι φορείς του HIV πρέπει να λαμβάνουν 3 ή περισσότερα αντιρετροϊκά φάρμακα για να παραμένουν υγιείς και να έχουν μειωμένη πιθανότητα να μεταδώσουν τον ιό.

Οι επιστήμονες ακολουθούν δύο προσεγγίσεις για την επίτευξη του παραπάνω στόχου. Η πρώτη προσέγγιση περιλαμβάνει περιστασιακές ή συνεχείς παρεμβάσεις, ενώ η δεύτερη αφορά ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος έτσι ώστε να διατηρήσει τον έλεγχο του HIV.

Μία από τις παρεμβάσεις της πρώτης κατηγορίας είναι η χορήγηση αδρανοποιητικών αντισωμάτων για τον HIV (bNabs). Τα αντισώματα αυτά μπορούν να σταματήσουν όλα σχεδόν τα στελέχη του HIV από τη μόλυνση άλλων κυττάρων στο εργαστήριο. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται υπό εξέλιξη έρευνες σε ζώα και ανθρώπους με σκοπό να διαπιστωθεί αν η περιοδική χορήγηση των bNabs μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη του HIV ή να καταστείλει τον ιό σε άτομα που έχουν μολυνθεί από αυτόν. Οι επιστήμονες προσπαθούν να αναπτύξουν σήμερα bNabs με βελτιωμένα χαρακτηριστικά, όπως μεγαλύτερη δραστικότητα και διάρκεια παραμονής στον οργανισμό. Εξετάζουν επίσης την αποτελεσματικότητα από τη χορήγηση δύο ή τριών bNabs.

Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης αν η χορήγηση bNAbs εναντίον του ιού ή αντισωμάτων εναντίον τμημάτων του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμο έλεγχο του ιού από το ανοσοποιητικό σύστημα χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω παρεμβάσεις. Μία έρευνα έδειξε ότι η έγχυση δύο διαφορετικών bNabs σε πιθήκους που πάσχουν από HIV ενεργοποίησε το ανοσοποιητικό σύστημα των ζώων για αρκετό χρόνο ακόμα και μετά την απομάκρυνση των αντισωμάτων.

Μία άλλη έρευνα περιελάμβανε αντισώματα που προσδένονται σε έναν υποδοχέα των ανοσιακών κυττάρων που λέγεται α-4 β-7. Ο Δρ. Φάουσι υποστηρίζει ότι η χορήγηση βραχείας διάρκειας αντιρετροϊκής αγωγής σε συνδυασμό με αντι- α-4 β-7 αντισώματα σε πιθήκους με HIV, οδηγεί σε παρατεταμένο έλεγχο του ιού και αναπλήρωση των ανοσιακών κυττάρων μετά το πέρας της θεραπείας.

Τέλος, ο Δρ, Φάουσι θα αναφέρει τα αποτελέσματα μίας μικρής, πρώιμου σταδίου κλινικής μελέτης κατά την οποία χορηγήθηκε vedolizumab (ένα α-4 β-7 αντίσωμα) σε ασθενείς με HIV που λάμβαναν αντιρετροϊκή αγωγή. Το παραπάνω φάρμακο χρησιμοποείται στη νόσο του Crohn και στην ελκώδη κολίτιδα. Οι εθελοντές λάμβαναν τόσο αντιρετροϊκή αγωγή όσο και vedolizumab στην αρχή της έρευνας, ενώ σταδιακά διακόπηκε πρώτα η αντιρετροϊκή και στη συνέχεια η χορήγηση του αντισώματος. Η αγωγή αυτή ήταν ασφαλής και ανεκτή από τους εθελοντές, ωστόσο δεν οδήγησε σε μακροπρόθεσμο έλεγχο του ιού.

Ο Δρ. Φάουσι τονίζει ότι η πρόληψη και η θεραπεία του HIV πρέπει να εξατομικευτεί σύμφωνα με τις ανάγκες των ατόμων που πάσχουν από HIV ή διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για τη νόσο. Οι προσεγγίσεις αυτές πρέπει επίσης να εφαρμοστούν παγκοσμίως και να ενισχυθούν με την ανάπτυξη ενός εμβολίου το οποίο θα έχει τουλάχιστον 50% αποτελεσματικότητα.

Βιβλιογραφία: NIH