Η θνησιμότητα από τον κοροναϊό COVID-19 είναι πιθανώς «χαμηλότερη από 1%», σύμφωνα με ένα νέο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine στις 28 Φεβρουαρίου.

Το άρθρο αυτό συνόδευσε μία μελέτη από τον Wei-jie Guan, PhD, και τους συνεργάτες του, η οποία εξέτασε 1099 ασθενείς με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19 σε 552 νοσοκομεία της Κίνας. Ο Guan συνεργάζεται με το Guangzhou Institute of Respiratory Health της Κίνας.

«Στο δείγμα των 1099 ασθενών με εργαστηριακά επιβεβαιωμένη λοίμωξη που εξετάστηκαν, η θνησιμότητα ήταν 1.4% και οι ασθενείς παρουσίασαν λοίμωξη διαφορετικής βαρύτητας. Αν θεωρήσουμε ότι ο αριθμός των ασυμπτωματικών ασθενών ή αυτών που έχουν ήπια συμπτώματα είναι πολλαπλάσιος από αυτόν των καταγεγραμένων περιστατικών, καταλαβαίνουμε ότι η θνησιμότητα είναι πιθανώς πολύ χαμηλότερη από 1%», είπε ο Anthony Fauci, επικεφαλής του National Institute of Allergy and Infectious Diseases από τις ΗΠΑ και κύριος συγγραφεάς του άρθρου.

«Φαίνεται έτσι ότι, συνολικά, οι κλινικές επιδράσεις του COVID-19 ομοιάζουν περισσότερο μία σοβαρή εποχική γρίπη (που έχει θνησιμότητα περίπου 0.1%) ή μία πανδημία γρίπης (όπως αυτές του 1957 και του 1968) και όχι τόσο τις επιδημίες των SARS και MERS στις οποίες τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν 9-10% και 36%, αντίστοιχα».

Ο Fauci και οι συνεργάτες του δήλωσαν επίσης ότι αυτή τη στιγμή συνεχίζονται οι προσπάθειες για την ανάπτυξη ενός εμβολίου και οι κλινικές δοκιμές φάσης 1 με ανθρώπους εθελοντές αναμένεται να ξεκινήσουν μέσα στο Μάρτιο.

Χαρακτηριστικά του Πληθυσμού που Εξετάστηκε

Στο δείγμα των 1099 ασθενών που εξετάστηκε, η μέση ηλικία ήταν τα 47 χρόνια και το 41.9% ήταν γυναίκες, όπως ανέφερε ο Guan και οι συνεργάτες του.

Συνολικά, 67 (6.1%) ασθενείς παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα τα οποία οδήγησαν σε νοσηλεία στη ΜΕΘ, χρήση μηχανικού αερισμού ή προκάλεσαν το θάνατο του ασθενούς. Όταν οι επιστήμονες εξέτασαν ειδικά καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις διαπίστωσαν ότι το 5% των ασθενών εισήχθησαν στη ΜΕΘ, το 2.3% χρησιμοποίησαν μηχανικό αερισμό, ενώ το 1.4% κατέληξαν.

Από τους 173 ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση, οι 43 (24.9%) παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα.

Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών συμπτωμάτων στο σύνολο του πληθυσμού ήταν 3.6%, ενώ στους ασθενείς που παρουσίαζαν σοβαρή νόσηση ήταν 20.6%.

Όπως δήλωσαν οι επιστήμονες, αρκετοί ασθενείς δεν είχαν πυρετό, ενώ άλλοι δεν είχαν παθολογικά ευρήματα στις απεικονιστικές εξετάσεις.

Συγκεκριμένα, στους 877 ασθενείς με ήπια νόσηση, οι 157 (17.9%) δεν είχαν παθολογικά ευρήματα στην αξονική τομογραφία. Το ποσοστό αυτό ήταν αρκετά χαμηλότερο στην ομάδα που παρουσίασε σοβαρή νόσηση από τον ιό (2.9%).

Συχνότερα Συμπτώματα

Το συχνότερο σύμπτωμα ήταν ο πυρετός, όπως έγραψαν οι επιστήμονες. Αν και περίπου το 43.8% των ασθενών είχαν πυρετό κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, τελικά περίπου 88.7% παρουσίασαν το σύμπτωμα αυτό κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους.

Το δεύτερο σε συχνότητα σύμπτωμα ήταν ο βήχας (67.8%). Άλλα συμπτώματα, όπως η ναυτία, ο έμετος και η διάρροια ήταν λιγότερο συχνά (κάτω από 5%). Σχεδόν 1 στους 4 ασθενείς είχε επίσης κάποια προϋπάρχουσα νόσο (όπως υπέρταση ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια), όπως δήλωσαν οι επιστήμονες.

Δημογραφικά Στοιχεία

Συνολικά, 38 ασθενείς (3.5%) ήταν εργαζόμενοι στον τομέα υγείας, ενώ 483 ήταν κάτοικοι του Wuhan (43.9%). Μόλις το 1.9% των ασθενών είχε έρθει σε άμεση επαφή με άγρια ζώα.

Από τους ασθενείς που δεν ζούσαν στο Wuhan, το 72.3% είχε έρθει σε επαφή με ασθενείς από το Wuhan. Περισσότερο από το 25.9% του ίδιου πληθυσμού δεν είχε επισκεφθεί το Wuhan ούτε είχε έρθει σε επαφή με κατοίκους της πόλης.

Κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, οι 926 ασθενείς είχαν ήπια νόσο, ενώ οι 173 είχαν σοβαρή.

Η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν 12 ημέρες.

«Κατά τη νοσηλεία τους, οι περισσότεροι ασθενείς διαγνώστηκαν με πνευμονία (91.1%), ενώ ένα μικρότερο ποσοστό παρουσίασε σύνδρομο οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας (3.4%) ή καταπληξία (1.1%). Οι ασθενείς με σοβαρή νόσηση είχαν επίσης υψηλότερα ποσοστά πνευμονίας σε σχέση με αυτούς που είχαν ήπια νόσηση (99.4% έναντι 89.5%)», δήλωσαν οι επιστήμονες.

Βιβλιογραφία: Medscape