Η πολιομυελίτιδα, η ευλογιά, η ηπατίτιδα Α και η ηπατίτιδα Β αποτελούν στο σύνολό τους σοβαρές ιογενείς λοιμώξεις τις οποίες η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Ακόμα και για τη γρίπη, η οποία μεταλλάσεται συνεχώς, υπάρχει εμβόλιο. Ωστόσο, ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε κάποια θεραπεία για το κοινό κρυολόγημα.

Ο λόγος δεν είναι φυσικά, ότι δεν έχουν γίνει προσπάθειες γι’αυτό το σκοπό. Η αναζήτηση μίας θεραπείας για το κοινό κρυολόγημα ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950, λίγο μετά την ανακάλυψη της κύριας οικογένειας ιών που ευθύνονται για τη συγκεκριμένη νόσο, δηλαδή των ρινοϊών. Η οικογένεια αυτή ευθύνεται για το 75% των περιστατικών κοινού κρυολογήματος στους ενήλικες. Οι επιστήμονες ήρθαν, ωστόσο, γρήγορα αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα που επιβραδύνει την έρευνα ακόμα και σήμερα, σύμφωνα με τον Πίτερ Μπάρλοου, έναν ανοσολόγο στο Edinburgh Napier University στη Σκωτία. Ο Μπάρλοου προσπαθεί να ανακαλύψει θεραπεία για το κοινό κρυολόγημα και, όπως δήλωσε, «Η μεγάλη πρόκληση με τους ρινοϊούς είναι ο μεγάλος αριθμός στελεχών που κυκλοφορούν κάθε χρόνο».

Υπάρχουν περισσότερα από 160 διαφορετικά στελέχη ρινοϊών. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία του κοινού κρυολογήματος θα πρέπει να μπορεί να αντιμετωπίσει όλα τα παραπάνω στελέχη. «Είναι εξαιρετικά δύσκολο να παραχθεί ένα εμβόλιο που θα στοχεύει και τα 160 διαφορετικά στελέχη», λέει ο Μπάρλοου. Τα διαφορετικά αυτά στελέχη ανακαλύφθηκαν τη δεκαετία του 1990 και η ανακάλυψη αυτή αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα στις προσπάθειες για την ανάπτυξη ενός εμβολίου, σύμφωνα με τον Μάρτιν Μουρ, ένα ιολόγο που προσπαθεί να αναπτύξει ένα εμβόλιο για τους ρινοϊούς. «Ο μεγάλος αριθμός οροτύπων που κυκλοφορεί έχει αποτρέψει πολλούς επιστήμονες από την αναζήτηση ενός εμβολίου», συμπλήρωσε. Η έρευνα στις αρχές του 20ου αιώνα έδειξε ότι είναι δυνατό να αναπτυχθεί ένα εμβόλιο που θα στοχεύει ένα συγκεκριμένο στέλεχος, ωστόσο τελικά θα έπρεπε να γίνει εμβολιασμός για περισσότερα από ένα στελέχη, γεγονός που δεν είναι επιθυμητό ή πρακτικό.

Οι ερευνητές αναζητούν διάφορους τρόπου για να αντιμετωπίσουν το παραπάνω πρόβλημα, σύμφωνα με τον Μουρ. Μία προσέγγιση, που διερευνάται σήμερα από ερευνητές στο Imperial College of London, είναι η ταυτοποίηση ενός τμήματος στη δομή του ιού που είναι κοινό στα 160 διαφορετικά στελέχη. Εφόσον είναι δυνατό να προκληθεί ανοσιακή απόκριση προς αυτό το συγκεκριμένο τμήμα, θα μπορεί να παραχθεί εμβόλιο για όλα τα διαφορετικά στελέχη των ρινοϊών.

Ο Μουρ και η ομάδα του δοκιμάζουν μία πιο «κλασική» προσέγγιση. Αρκετά εμβόλια περιέχουν ένα μόνο στέλεχος, ωστόσο στο παρελθόν έχουν δημιουργηθεί εμβόλια που περιέχουν αρκετά διαφορετικά στελέχη. Το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας για παράδειγμα, περιέχει και τα 3 διαφορετικά στελέχη του ιού. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το εμβόλιο της πνευμονίας το οποίο περιέχει τμήματα από 23 διαφορετικά βακτηριακά στελέχη. «Εδώ και αρκετά χρόνια αυξάνεται σταδιακά ο αριθμός των συστατικών κάθε εμβολίου», είπε ο Μουρ. «Σίγουρα η προσέγγισή μας δεν είναι συναρπαστική, αλλά αποτελεί μία δοκιμασμένη μέθοδο».

Ο στόχος του Μουρ είναι να δημιουργήσει ένα εμβόλιο για τουλάχιστον 80 διαφορετικά στελέχη, το οποίο θα καλύπτει τις ομάδες ρινοϊών που κυκλοφορούν περισσότερο και προκαλούν τη σοβαρότερη νόσηση. Αντίθετα με τον ιό της γρίπης, οι ρινοϊοί δεν μεταλλάσσονται με μεγάλη συχνότητα, σύμφωνα με τον Μουρ. Θεραπείες για συγκεκριμένα στελέχη που είχαν παραχθεί πριν δεκαετίες, είναι ακόμα αποτελεσματικές σήμερα. Όταν το εμβόλιο παραχθεί, δεν θα χρειάζεται να ενημερώνεται κάθε χρόνο, όπως συμβαίνει με το εμβόλιο της γρίπης. Προσφάτως, η ομάδα του Μουρ κατάφερε να δημιουργήσει ένα εμβόλιο για 50 διαφορετικά στελέχη, ωστόσο όπως δήλωσε, τα υπόλοιπα 30 δεν θα είναι εύκολο να ενσωματωθούν σε αυτό. Ο λόγος είναι ότι κάθε νέο στέλεχος που προστίθεται στη φόρμουλα αυξάνει το κόστος και την κάνει πιο πολύπλοκη, όπως είπε.

Άλλοι ερευνητές, όπως ο Μπάρλοου, αναζητούν φάρμακα για τη θεραπεία του κοινού κρυολογήματος μετά τη λοίμωξη. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούν το αμυντικό σύστημα του οργανισμού ως έμπνευση. «Μία οικογένεια μικρών μορίων του ανοσοποιητικού συστήματος, τα αμυντικά πεπτίδια του ξενιστή, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον», είπε ο Μπάρλοου. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα απελευθερώνει τα μόρια αυτά μετά από μία λοίμωξη με σκοπό να επιτεθούν στον ιό και να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του. Τα πεπτίδια αυτά, ωστόσο, αποδομούνται πολύ γρήγορα, επομένως προσπαθεί να βρει ένα τρόπο να τα σταθεροποιήσει έτσι ώστε να μπορούν να χορηγηθούν σαν φάρμακο.

Ορισμένες άλλες προκλήσεις στη θεραπεία του κρυολογήματος δεν αφορούν την βιολογία των ιών, είπε ο Μπάρλοου. «Ακόμα και αν καταφέρουμε να αναπτύξουμε μία θεραπεία για το κοινό κρυολόγημα, αυτή δεν θα έχει κάποια χρησιμότητα για τους περισσότερους υγιείς ανθρώπους οι οποίοι αντιμετωπίζουν τη νόσο εύκολα μέσα σε 3-4 ημέρες», είπε. Στους περισσότερους ασθενείς, η νόσος έχει σχεδόν παρέλθει όταν αποφασίζουν να επισκεφθούν τον γιατρό. Επιπλέον, θα πρέπει να γίνει έλεγχος για να διαπιστωθεί αν όντως ο ασθενής πάσχει από ρινοϊό και όχι από κάποιον άλλο ιό που προκαλεί παρόμοια συμπτώματα, όπως οι κοροναϊοί ή οι αδενοϊοί. «Δεν υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη να αναπτυχθεί φάρμακο που θα δρα στα πρώιμα στάδια του κοινού κρυολογήματος», είπε.

Στους περισσότερους από εμάς, το κρυολόγημα αποτελεί απλά μία ενόχληση που μας αναγκάζει να παραμείνουμε στο κρεβάτι για μερικές μέρες, ωστόσο σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να επιδεινώσει χρόνιες παθήσεις του αναπνευστικού, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και η κυστική ίνωση. «Αν κάποιος νοσηλεύεται και μία προϋπάρχουσα αναπενυστική νόσος που έχει, επειδιενωθεί από έναν ρινοϊό, το φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί άμεσα», είπε ο Μπάρλοου. Στην περίπτωση αυτή, η θεραπεία για το κοινό κρυολόγημα θα έχει μεγάλη χρησιμότητα.

Βιβλιογραφία: Scientific American