Από την πρώτη εμφάνιση του ιού MERS-CoV (Middle East respiratory syndrome coronavirus) στη Σαουδική Αραβία το 2012, έχουν καταγραφεί συνολικά περισσότερα από 2.400 περιστατικά της νόσου, τα οποία έχουν οδηγήσει στο θάνατο 800 ασθενείς.Τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας της νόσου (35%) έχουν οδηγήσει τους επιστήμονες σε αναζήτηση παραγόντων που συμβάλλουν στην εμφάνιση αυτής της σοβαρής και συχνά θανατηφόρου λοίμωξης. Τα κλινικά δεδομένα σήμερα έχουν αναδείξει το διαβήτη ως σημαντικό παράγοντα κινδύνου για τη νόσο, καθώς και άλλες συνοσηρότητες, όπως η νεφρική νόσος, η καρδιαγγειακή νόσος και οι πνευμονικές παθήσεις.

Ερευνητές από τη Σχολή Ιατρικής του Μέριλαντ (UMSOM) και την Ιατρική Σχολή Johns Hopkins έδειξαν, σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Clinical Investigation Insights, ότι ο διαβήτης αυξάνει τη θνησιμότητα από τον ιό MERS-CoV. Η ανακάλυψη αυτή προσφέρει επίσης σημαντικές πληροφορίες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί και άλλες παθήσεις του αναπνευστικού, όπως η γρίπη και η πνευμονία, είναι σοβαρότερες στους διαβητικούς ασθενείς.

Οι επιστήμονες εξερεύνησαν τη σύνδεση ανάμεσα στο διαβήτη και τον ιό MERS-CoV σε ένα μοντέλο ποντικών και ανακάλυψαν ότι, αν και ο ιός δεν πολλαπλασιαζόταν το ίδιο γρήγορα στα διαβητικά ποντίκια σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, τα διαβητικά ποντίκια παρουσίαζαν μία καθυστερημένη και παρατεταμένη φλεγμονώδη απόκριση στον πνεύμονα. Τα διαβητικά ποντίκια είχαν επίσης χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονωδών κυτταροκινών και λιγότερα φλεγμονώδη μακροφάγα και Τ κύτταρα. Αυτό δείχνει ότι η σοβαρότητα της λοίμωξης από MERS-CoV στους ασθενείς με διαβήτη αποδίδεται μάλλον σε κάποια δυσλειτουργία της απόκρισης του οργανισμού στη λοίμωξη.

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ποιος είναι ο τρόπος που επηρεάζεται η σοβαρότητα της λοίμωξης MERS-CoV από το διαβήτη», είπε ο Μάθιου Φρίεμαν, αναπληρωτής καθηγητής μικροβιολογίας και ανοσολογίας και ένας εκ των συγγραφεών της έρευνας. «Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστώσουμε τι προκαλεί την παθολογική ανοσιακή απόκριση στους διαβητικούς και να αναπτύξουμε κάποια θεραπεία για τους ασθενείς».

Οι μελλοντικές έρευνες μπορούν επίσης να εξερευνήσουν αν οι γιατροί πρέπει να εστιάζουν περισσότερο στη ρύθμιση και σταθεροποίηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς που πάσχουν από επικίνδυνες λοιμώξεις του αναπνευστικού, καθώς και αν η καλύτερη ρύθμιση μπορεί να περιορίσει τα συμπτώματα των λοιμώξεων αυτών.

«Αυτό είναι ένα σημαντικό εύρημα τόσο για τους διαβητικούς ασθενείς όσο και για τους γιατρούς που ασχολούνται με τη θεραπεία του διαβήτη», είπε ο πρύτανης της Ιατρικής Σχολής του Μέριλαντ, Άλμπερτ Ρις. «Γνωρίζουμε εδώ και καιρό ότι οι διαβητικοί ασθενείς παρουσιάζουν περισσότερες επιπλοκές από τα σοβαρά λοιμώδη νοσήματα, ωστόσο οι νέες αυτές πληροφορίες για τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος ανοίγουν το δρόμο για νέες θεραπείες», κατέληξε.

Φωτογραφία: NIAID (CC BY 2.0)