Περίπου 1 στους 6 ασθενείς που παρουσιάζει έξαρση της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου, πάσχει από κάποια εντερική λοίμωξη που δεν σχετίζεται με το Clostridium difficile, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

«Όλο και περισσότερα δεδομένα υποστηρίζουν το ρόλο των λοιμώξεων του γαστρεντερικού τόσο στην παθογένεια όσο και την πορεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου», είπε ο Δρ Τζόρνταν Άξλαρντ από το NYU Langone Health και το Columbia University Medical Center στη Νέα Υόρκη.

«Πιστεύουμε ότι τα νέα αυτά δεδομένα προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες στο πεδίο και υποστηρίζουν τη θεωρία ότι συγκεκριμένες λοιμώξεις παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της ανοσιακής απόκρισης του βλεννογόνου», συμπλήρωσε.

Η ομάδα του Δρ Άξλαρντ χρησιμοποίησε ηλεκτρονικά δεδομένα από 277 ασθενείς με νόσο του Crohn, 300 ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα και πάνω από 8000 ασθενείς χωρίς φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Συνολικά, οι ασθενείς έκαναν 13.231 εξετάσεις κοπράνων με ανάλυση PCR για εντερικά παθογόνα κατά τη διάρκεια επεισοδίων διάρροιας, με σκοπό να εκτιμηθεί η κατανομή των εντερικών λοιμώξεων που δεν αποδίδονται στο C. difficile.

Για τους ασθενείς με νόσο Crohn, το 18.1% των εξετάσεων ήταν θετικές για συνολικά 122 παθογόνα. Στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα το 16.1% είχαν θετικές εξετάσεις για 115 παθογόνα, ενώ το 26.6% των εξετάσεων στους ασθενείς χωρίς φλεγμονώδη νόσο του εντέρου ήταν θετικές για 4.431 παθογόνα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο The American Journal of Gastroenterology.

Σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν έπασχαν από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, οι ασθενείς με νόσο του Crohn είχαν σημαντικά αυξημένα ποσοστά νοροϊών και χαμηλότερα ποσοστά παρασίτων. Οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα είχαν χαμηλότερα ποσοστά νοροϊών και παρασίτων και υψηλότερα ποσοστά βακτηρίων (ειδικότερα από τα είδη Campylobacter και E. coli).

Μεταξύ των ασθενών που έκαναν ενδοσκόπηση του ανώτερου πεπτικού, τα ευρήματα οισοφαγίτιδας ήταν συχνότερα στους ασθενείς με κάποια λοίμωξη, ωστόσο δεν υπήρχαν άλλοι ενδοσκοπικοί προγνωστικοί δείκτες μίας θετικής εξέτασης, ούτε ιστολογικά ευρήματα που να σχετίζονται με μία θετική εξέταση για κάποιο παθογόνο στους ασθενείς που έκαναν βιοψία.

Οι ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου που είχαν αρνητικές εξετάσεις για εντερικά παθογόνα, είχαν συνήθως ξεκινήσει να λαμβάνουν περισσότερα ή νέα φάρμακα προσφάτως, ενώ αντίθετα οι ασθενείς με θετικές εξετάσεις είχαν κατά μέσο όρο περιορίσει ή δεν είχαν τροποποιήσει τη θεραπεία τους.

Σε περαιτέρω αναλύσεις, φάνηκε ότι οι ασθενείς που έλαβαν αντιμικροβιακή αγωγή για μία θετική εξέταση είχαν συγκρίσιμη πιθανότητα να παραμείνουν σε ύφεση στο μέλλον με τους ασθενείς που δεν λάμβαναν αντιμικροβιακή αγωγή.

«Οι παρόμοιες κλινικές εκδηλώσεις και τα εργαστηριακά ευρήματα κατά τις εντερικές λοιμώξεις και τις εξάρσεις των φλεγμονωδών νόσων  αποτελούν σημαντικό φραγμό στη διάγνωση και τη θεραπεία», είπε ο Δρ Άξλραντ. «Επιπλέον, τα ενδοσκοπικά και ιστολογικά ευρήματα δεν μπορούν να διαχωρίσουν μία έξαρση από μία λοίμωξη του γαστρεντερικού».

«Φαίνεται έτσι», συμπλήρωσε, «ότι η εξέταση κοπράνων με PCR μπορεί να ταυτοποιήσει παθογόνα έτσι ώστε να γίνει στοχευμένη θεραπεία. Ωστόσο, τα δεδομένα σχετικά με τις επιπλοκές των εξάρσεων από μία λοίμωξη, καθώς και την πορεία τους, χρειάζονται σίγουρα περαιτέρω διερεύνηση».

Βιβλιογραφία: Medscape