Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε σε γενικές γραμμές ποιος είναι ο μηχανισμός δράσης των εμβολίων. Πρακτικά, εκθέτουν το ανοσοποιητικό σύστημα σε ένα κομμάτι του παθογόνου, με σκοπό τη δημιουργία ανοσιακής μνήμης, η οποία θα προστατεύσει τον οργανισμό από μελλοντικές λοιμώξεις. Αυτό που αρκετοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν είναι ότι τα εμβόλια περιέχουν και ορισμένες ενισχυτικές ουσίες οι οποίες είναι απαραίτητες για την πρόκληση ανοσιακής απόκρισης.

Οι ενισχυτικές ουσίες χρησιμοποιούνται στα εμβόλια εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, η άγνοια του κοινού σχετικά με τη δράση τους έχει κάνει αρκετούς ανθρώπους να αναρωτηθούν αν είναι επικίνδυνες.

Ο πρώτος επιστήμονας που χρησιμοποίησε ενισχυτικές ουσίες στα εμβόλια ήταν ο Gaston Ramon, ένας Γάλλος κτηνίατρος. Ο Ramon, το 1925, παρατήρησε ότι τα άλογα που εμβολιάστηκαν για τη διφθερίτιδα είχαν ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση αν υπήρχε φλεγμονή στο σημείο της λοίμωξης. Ακολούθως, αποφάσισε να δοκιμάσει διάφορες κοινές ουσίες ως προς την ικανότητά τους να προκαλούν ερεθισμό και φλεγμονή όταν χορηγούνται μαζί με τα εμβόλια.

Η υπόθεση του Ramon ήταν ότι κάθε ουσία που μπορούν να καταναλώσουν τα ζώα από του στόματος και δεν προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες, μπορεί να δοκιμαστεί ως ενισχυτικό για τα εμβόλια. Με αυτό το σκεπτικό εξέτασε μία σειρά ενισχυτικές ουσίες από ψίχουλα ψωμιού μέχρι το λάδι ή το σαπούνι, θέλοντας έτσι να βελτιώσει την απόκριση στα εμβόλια. Ορισμένες από τις ενισχυτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σήμερα στα εμβόλια είχαν δοκιμαστεί από τον Ramon σε πειραματόζωα, αν και σήμερα η παρασκευή εμβολίων είναι πολύ πιο ακριβής.

Μία αντίστοιχη προσέγγιση ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα ο Alexander Glenny, ένας Βρετανός ανοσολόγος, ο οποίος χρησιμοποίησε άλατα αλουμινίου μαζί με την πρωτεΐνη της διφθερίτιδας. Η προσέγγιση αυτή οδήγησε σε ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση και παραγωγή ικανοτέρων αντισωμάτων σε σχέση με τα προηγούμενα εμβόλια. Μετά την επιτυχία των πειραμάτων του Glenny, τα άλατα αλουμινίου άρχισαν να χρησιμοποιούνται και σε άλλα εμβόλια, αρκετά από τα οποία χορηγούνται ακόμα και σήμερα.

Τα επόμενα 60 χρόνια, άλατα αλουμινίου προστέθηκαν στα εμβόλια της διφθερίτιδας, του τετάνου, του κοκκύτη, της ηπατίτιδας, του πνευμονιόκοκκου και της μηνιγγίτιδας.

Αρνητική Φήμη

Η ευρεία χρήση των αλάτων αλουμινίου οδήγησε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα σε θεωρίες αναφορικά με την ασφάλειά τους. Τη δεκαετία του 1970, κυκλοφόρησε μία θεωρία που υποστήριζε ότι τα άλατα αλουμινίου σε ορισμένα παιδιατρικά εμβόλια μπορεί να δημιουργήσουν εναποθέσεις μετάλλων στον εγκέφαλο, προκαλώντας βλάβες στα παιδιά. Η θεωρία αυτή οδήγησε σε αρκετές έρευνες που θέλησαν να εξετάσουν την ορθότητά της. Ωστόσο, καμία από αυτές δεν παρατήρησε κάποια τέτοια επίδραση. Αν και ακόμα δεν γνωρίζουμε πλήρως το μηχανισμό δράσης τους και υπάρχουν κατά καιρούς αναφορές για ανεπιθύμητες ενέργειες που ενδεχομένως αποδίδονται σε αυτά, τα άλατα αλουμινίου παραμένουν το πλέον χρησιμοποιούμενο ενισχυτικό των εμβολίων σήμερα. Το εμβόλιο της κινεζικής εταιρίας Sinopharm, για παράδειγμα, περιέχει εξασθενημένους ιούς SARS-CoV-2 και άλατα αλουμινίου.

Λόγω της μεγάλης διαμάχης για τα άλατα αλουμινίου, αλλά κυρίως καθώς δεν μπορούν να ενισχύσουν την ανοσιακή απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, οι επιστήμονες συνέχισαν να εξετάζουν νέα είδη ενισχυτικών ουσιών τα επόμενα χρόνια, με σκοπό να ελαχιστοποιήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν δοκιμαστεί μία σειρά ουσίες, από έλαια και λιπαρά μέχρι πολυμερή ή συνδυασμός των παραπάνω.

Καρπός των παραπάνω ερευνών ήταν μία νέα τάξη ενισχυτικών ουσιών η οποία βασίζεται σε ορισμένα κοινά μόρια των ιών και βακτηρίων που ενεργοποιούν το σύστημα της έμφυτης ανοσίας, δηλαδή την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού. Όταν ένα νέο παθογόνο εισέρχεται στον οργανισμό μας, αυτό αναγνωρίζεται από τα κύτταρα της έμφυτης ανοσίας, τα οποία έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν διάφορες δομές των ιών και των βακτηρίων, από μόρια της μεμβράνης μέχρι το RNA ή το DNA. Στη συνέχεια, ξεκινά η απόκριση της επίκτητης ανοσίας, η οποία θα οδηγήσει σε εξειδικευμένη ανοσιακή μνήμη. Κατά συνέπεια, μόρια που ομοιάζουν δομές ιών ή βακτηρίων μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ενισχυτικές ουσίες με σκοπό να επιταχύνουν την έναρξη της ανοσιακής απόκρισης στα εμβόλια.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εγκριθεί διάφορες νέες ενισχυτικές ουσίες. Το γαλάκτωμα MF95 της Novartis, για παράδειγμα, το οποίο περιέχει έλαιο σκουαλενίου και νερό, χρησιμοποιείται σήμερα ως ενισχυτικό στα εμβόλια της γρίπης. 3 άλλες ενισχυτικές ουσίες που αναπτύχθηκαν από την GlaxoSmithKline (GSK) έχουν επίσης εγκριθεί και χρησιμοποιούνται στα εμβόλια του έρπητα ζωστήρα, της γρίπης και του HPV.

Μία άλλη ισχυρή και ασφαλής ενισχυτική ουσία είναι το σύμπλεγμα ανοσοενίσχυσης (Iscom). Το τελευταίο είναι ένα μεγάλο νανοσφαιρίδιο σχήματος κλουβιού, που δημιουργείται όταν η σαπωνίνη αναμιχθεί με δύο είδη λιπών. Η ενισχυτική ουσία Matrix M, η οποία ανήκει στα Iscom, περιέχεται στο εμβόλιο της Novavax για την COVID-19.

Τα εμβόλια mRNA της Pfizer και της Moderna περιέχουν επίσης μία ενισχυτική ουσία. Το mRNA περιέχει γενετικές πληροφορίες που επιτρέπουν στα κύτταρά μας να παρασκευάσουν την πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2. Οι ενισχυτικές ουσίες στα εμβόλια mRNA είναι λιπιδικά νανοσωματίδια που προστατεύουν και σταθεροποιούν το ασταθές mRNA, βελτιώνοντας έτσι την πρόσληψή του από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Χρήσεις

Οι ενισχυτικές ουσίες είναι απαραίτητες για τα εμβόλια σήμερα. Αρχικά, αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των εμβολίων σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες, όπως τα βρέφη και οι ηλικιωμένοι, στους οποίους το ανοσοποιητικό σύστημα δεν λειτουργεί ικανοποιητικά. Το εμβόλιο Shingrix της GSK, για παράδειγμα, περιέχει AS01, ένα κοκτέιλ ενισχυτικών ουσιών. Το εμβόλιο αυτό έχει υψηλή αποτελεσματικότητα στην πρόληψη του έρπητα ζωστήρα, μίας νόσου που εμφανίζεται συχνότερα στους ηλικιωμένους.

Οι ενισχυτικές ουσίες μπορούν επίσης να τροποποιήσουν και να διευρύνουν την ανοσιακή απόκριση. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για λοιμώξεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν από αρκετά διαφορετικά τμήματα του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως για παράδειγμα η COVID-19 και η ελονοσία, καθώς και παθογόνα που παρουσιάζουν συχνά μεταλλάξεις, όπως η γρίπη και ο HIV. Οι ενισχυτικές ουσίες μας επιτρέπουν επίσης να μειώσουμε τη δόση που χορηγούμε, κάτι που είναι ιδιαίτερα πρακτικό στην εποχή της πανδημίας, όπου πρέπει να χορηγηθεί μεγάλος αριθμός δόσεων σε μικρό διάστημα.

Σε μία εποχή όπου καλούμαστε συνεχώς να αντιμετωπίσουμε νέα παθογόνα και υπάρχει άμεση ανάγκη για ασφαλή και αποτελεσματικά εμβόλια, οι εμβολιολόγοι χρειάζονται κάθε δυνατή βοήθεια. Η επιτυχία των εμβολίων της COVID-19 θα βοηθήσει πιθανώς να διαψευσθούν αρκετοί μύθοι για τις ενισχυτικές ουσίες των εμβολίων, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι στην ανάπτυξη των τελευταίων.