Οι τελευταίες κλινικές δοκιμές ενός εμβολίου για έναν από τους συχνότερους ιούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα ήταν θετικές και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το εμβόλιο θα κυκλοφορήσει στην αγορά τα επόμενα χρόνια.

Ο ιός αυτός, γνωστός ως αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV), έχει επηρεάσει σχεδόν το 90% των παιδιών μέχρι την ηλικία των 2 ετών. Αποτελεί επίσης τη συχνότερη αιτία σοβαρής λοίμωξης του κατωτέρου αναπνευστικού στα παιδιά παγκοσμίως. Σήμερα δεν υπάρχει ακόμα εμβόλιο για την πρόληψή του.

Η Bavarian Nordic, η γερμανική εταιρία που έχει τα δικαιώματα του εμβολίου MVA-BN-RSV, ελπίζει ότι το εμβόλιο θα κυκλοφορήσει το 2024, οπότε και θα έχει ολοκληρωθεί η τελευταία (τρίτη) φάση των κλινικών δοκιμών.

Οι δύο πρώτες κλινικές δοκιμές των εμβολίων εξετάζουν συνήθως την ασφάλεια και την ιδανική δόση. Στα δύο πρώτα στάδια μπορεί να διαπιστωθούν και κάποιες ενδείξεις σχετικά με την αποτελεσματικότητά του, ωστόσο το μέγεθος και η διάρκειά τους συνήθως δεν επαρκεί για να γνωρίζουμε αν πράγματι προκαλεί ανοσία.

Προς το παρόν, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι 1 δόση του εμβολίου ήταν ικανή να προκαλέσει ανοσιακή απόκριση για τον RSV στους 420 ενήλικες ηλικίας άνω των 55 που έλαβαν μέρος στην έρευνα.

Στην τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή, η ανοσιακή απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων και των αντισωμάτων είχε διάρκεια τουλάχιστον 6 μηνών.

Όταν, μάλιστα, έγινε ενισχυτική δόση στους 12 μήνες, η ανοσιακή απόκριση ήταν ακόμα πιο ισχυρή.

Οι ασθενείς που έλαβαν 1 ή 2 δόσεις του εμβολίου είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων στις 56 εβδομάδες συγκριτικά με την ομάδα που έλαβε placebo, «γεγονός που δείχνει ότι το εμβόλιο μπορεί να προκαλέσει ανοσιακή απόκριση που προστατεύει για τουλάχιστον 1 έτος».

Διαπιστώθηκε ακόμα ότι  μία υψηλή δόση του εμβολίου είναι επίσης επαρκής για να προκαλέσει τη μέγιστη απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα.

«Η απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα μετά τον ενισχυτικό εμβολιασμό ήταν χαμηλότερη σε σχέση με την απόκριση που παρατηρήθηκε μετά τη χορήγηση της 1ης δόσης, γεγονός που δείχνει ότι η ενεργοποίηση των Τ λεμφοκυττάρων πιθανώς επηρεάζεται από προϋπάρχοντα επίπεδα αντιγονοειδικών Τ κυττάρων», είπαν οι επιστήμονες.

Αυτό ουσιαστικά δείχνει ότι ο 1ος εμβολιασμός ήταν ικανός να προκαλέσει επαρκή ανοσία με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται ενισχυτική δόση.

Η παραπάνω θεωρία, αν και ενδιαφέρουσα, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές κλινικές μελέτες οι οποίες θα εξετάσουν επίσης το μηχανισμό δράσης του εμβολίου. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες που έχουν αντιμετωπίσει οι επιστήμονες μέχρι σήμερα στην ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον ιό, καταλαβαίνουμε ότι θα χρειαστεί ακόμα αρκετός καιρός.

Ο ιός RSV έχει την ικανότητα να «κρύβεται» από το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ η λοίμωξη από αυτόν δεν προκαλεί μακροχρόνια ανοσία, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την ιλαρά, γεγονός που σημαίνει ότι είναι δυνατό να νοσήσουμε αρκετές φορές από τον ίδιο ιό, ακόμα και ως ενήλικες.

Αν και συνήθως προκαλεί ήπια συμπτώματα κοινού κρυολογήματος, ο ιός μπορεί να είναι αρκετά επικίνδυνος για τους ηλικιωμένους και τους ανοσοκατεσταλμένους.

Ένα εμβόλιο θα αποτρέψει δυνητικά 33 εκατομμύρια σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις ετησίως, καθώς και 60.000 θανάτους παιδιών. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι το εμβόλιο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Η κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ αναμένεται να ξεκινήσει το 2021 και θα εξετάσει περισσότερους από 12.000 ενήλικες. Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα μπορέσουν έτσι να απαντήσουν αρκετά ερωτήματα σχετικά με το εμβόλιο.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Journal of Infectious Diseases.