Αντίθετα με το έντερο, το οποίο αποτελεί ένα ιδανικό περιβάλλον για τον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων, το περιβάλλον του δέρματος είναι αφιλόξενο για ξένους μικροοργανισμούς. Οι περισσότερες στιβάδες του δέρματος είναι ξηρές, όξινες και δεν περιέχουν θρεπτικές ουσίες. Μοναδική εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα αποτελούν οι περιοχές του δέρματος γύρω από τους τριχικούς θυλάκους.

Παρά το αφιλόξενο περιβάλλον, το δέρμα φιλοξενεί ένα μεγάλο αριθμό βακτηρίων, ιών και μυκήτων. Τυπικά, ένας άνθρωπος φέρει περίπου 1.000 διαφορετικά είδη βακτηρίων στο δέρμα. Καθώς η συνολική επιφάνεια του δέρματος είναι περίπου 2 τετραγωνικά μέτρα, είναι προφανές ότι περιλαμβάνει αρκετά διαφορετικά οικοσυστήματα τα οποία ευνοούν τον πολλαπλασιασμό ξεχωριστών μικροοργανισμών.

Το δερματικό μικροβίωμα αποικείται αρχικά κατά τον τοκετό. Τα πρώτα μικρόβια «εκπαιδεύουν» το ανοσοποιητικό σύστημα να έχει ανοχή στους συμβιωτικούς μικροοργανισμούς (οι οποίοι είναι ωφέλιμοι για τον ξενιστή), διατηρώντας παράλληλα την αποτελεσματικότητά του ενάντια στα επιβλαβή μικρόβια. Οι μικροβιακές αυτές κοινότητες συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται και να διαφοροποιούνται μέχρι την εφηβεία, περίοδο κατά την οποία το δερματικό μικροβίωμα λαμβάνει την τελική του μορφή.

Την τελευταία δεκαετία, οι ερευνητές έχουν εξερευνήσει σε μεγάλο βαθμό την επικοινωνία ανάμεσα στα βακτήρια, τα κύτταρα του δέρματος και το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές βοηθούν στην ενίσχυση και διατήρηση των φυσικών φραγμών του δέρματος, ενισχύουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει τις λοιμώξεις και περιορίζουν τη φλεγμονή. Οι διαταραχές του μικροβιακού συστήματος της επιδερμίδας μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για ανοσιακές παθήσεις υπερευαισθησίας, όπως το έκζεμα και οι δερματικές αλλεργίες ή να επηρεάσουν την επούλωση σε ασθενείς με χρόνια τραύματα, όπως για παράδειγμα τα διαβητικά έλκη. Ωστόσο, ο προσδιορισμός των βακτηριακών ειδών που εμπλέκονται σε καθεμία από τις παραπάνω διαδικασίες αποτελεί πρόκληση. Πρώιμες έρευνες είχαν αναδείξει είδη βακτηρίων όπως το Staphylococcus epidermidis ως ωφέλιμα και είδη όπως το Staphylococcus aureus ως επιβλαβή για την υγεία του δέρματος. Ωστόσο, προσφάτως έχει διαπιστωθεί ότι κάθε είδος έχει συγκεκριμένα στελέχη με ξεχωριστές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, ένα στέλεχος του Cutibacterium acnes παράγει μεταβολίτες που αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των παθογόνων, ενώ άλλα στελέχη του ίδιου βακτηρίου ευθύνονται για την εμφάνιση της ακμής.

Είναι προφανές ότι η έρευνα των βακτηρίων του δέρματος αποτελεί πεδίο μεγάλου ενδιαφέροντος και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα ποια μικρόβια είναι ωφέλιμα και ποια είναι επιβλαβή. Για παράδειγμα, ορισμένα είδη, όπως για παράδειγμα το S. epidermidis, παράγουν αντιμικροβιακές ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

Τα ίδια τα μικρόβια μπορεί επίσης να έχουν θεραπευτική αξία. Κλινικές δοκιμές έχουν δείξει ότι η μεταμόσχευση υγιούς μικροβιώματος μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση παθήσεων του γαστρεντερικού, όπως για παράδειγμα η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου. Μία αντίστοιχη προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην αντιμετώπιση των δερματικών νόσων. Η μεταμόσχευση ωφελίμων βακτηρίων του δέρματος μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση παθογόνων μικροβίων, όπως για παράδειγμα το S. aureus, το οποίο ευθύνεται για φλεγμονώδεις παθήσεις, όπως για παράδειγμα η ατοπική δερματίτιδα.

Προς το παρόν, οι γνώσεις μας σχετικά με τις μικροβιακές κοινότητες του δέρματος είναι πολύ περιορισμένες. Ωστόσο, αντίθετα με το έντερο, το δέρμα είναι ένα περιβάλλον που μπορεί να εξεταστεί σχετικά εύκολα, επομένως στο μέλλον θα γνωρίζουμε καλύτερα τις αλληλεπιδράσεις ξενιστή-μικροβιώματος.