Στην αρχή της πανδημίας, αρκετοί ανοσολόγοι, υποστήριξαν ότι οι ασθενείς που παράγουν υψηλές ποσότητες αντισωμάτων στην αρχή της λοίμωξης από COVID-19 θα είχαν καλύτερη πρόγνωση. Όπως αποδείχθηκε η εικόνα ήταν πιο σύνθετη απ’ όσο πιστεύαμε.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες έδειξε ότι τελικά η πρόληψη της παθολογικής ανοσιακής απόκρισης είναι εξίσου σημαντική με την αντιμετώπιση του ιού.

Η Φλεγμονή στον COVID-19

Μία σημαντική ανατροπή στα δεδομένα για τον COVID-19 σημειώθηκε όταν διαπιστώσαμε ότι η ανοσιακή απόκριση για την αντιμετώπιση της λοίμωξης μπορεί να επηρεάσει την πορεία των ασθενών αρνητικά. Σε ασθενείς με σοβαρά συμπτώματα από COVID-19, αρκετά δεδομένα έδειξαν ότι οι φλεγμονώδεις μηχανισμοί που ενεργοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση του παθογόνου, στην πραγματικότητα προκαλούσαν σημαντική επιδείνωση στην υγεία του ασθενούς. Κλινικές μελέτες περιέγραψαν με λεπτομέρεια την καταιγίδα κυτταροκινών, κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει περίσσεια φλεγμονωδών μορίων, αντισώματα που προκαλούν θρόμβους, καθώς και φλεγμονή σε πολλαπλά οργανικά συστήματα. Όλα τα παραπάνω, ουσιαστικά έδειξαν ότι, σε ορισμένους ασθενείς, η ανοσιακή απόκριση για τον ιό SARS-CoV-2 δεν είναι θεραπευτική, αλλά επιβλαβής.

Αρκετοί γιατροί στην πρώτη γραμμή της μάχης με τον COVID-19 αποφάσισαν να χορηγήσουν στεροειδή, δηλαδή φάρμακα που περιορίζουν την ανοσιακή απόκριση, με αποτέλεσμα να σωθούν αρκετές ζωές.

Ωστόσο, δεν είναι ακόμα γνωστό ποια είναι τα τμήματα της ανοσιακής απόκρισης που πρέπει να κατασταλούν προκειμένου να υπάρχουν οφέλη για τους ασθενείς. Αν καταφέρουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εγκαίρως τους ασθενείς που θα μπορούν να ωφεληθούν από αυτή την παρέμβαση. Πιθανώς, θα μπορούμε επίσης να εξετάσουμε και πιο ισχυρές ανοσορυθμιστικές θεραπείες, οι οποίες αυτή τη στιγμή χρησιμοποιούνται μόνο σε αυτοάνοσα νοσήματα.

Τα Σωστά Αντισώματα Χρειάζονται Χρόνο

Τα αντισώματα αποτελούν ένα ισχυρό όπλο. Παράγονται από τα Β λεμφοκύτταρα και προσκολλώνται σε λοιμώδεις παράγοντες όπως οι ιοί και τα βακτήρια, με αποτέλεσμα να τα αδρανοποιούν και να χάνουν την ικανότητα να μολύνουν υγιή κύτταρα. Τα συμπλέγματα αντισώματος-ιού εκκινούν πολύ ισχυρές φλεγμονώδεις αντιδράσεις και δρουν ως «φάρος», επιτρέποντας στα υπόλοιπα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος να δράσουν πιο αποτελεσματικά.

Τα αντισώματα είναι τόσο ισχυρά που, αν στοχεύσουν υγιή κύτταρα του οργανισμού, μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές βλάβες σε διάφορα όργανα, εκκινώντας ένα φαύλο κύκλο φλεγμονωδών βλαβών. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζει αρκετά αυτοάνοσα νοσήματα.

Προκειμένου να αποφευχθούν οι αυτοάνοσες βλάβες και να βεβαιωθούμε ότι η ανοσιακή απόκριση ενάντια στα παθογόνα είναι η επιθυμητή, τα Β κύτταρα περνούν μία διαδικασία «εκπαίδευσης». Αυτά που ανταποκρίνονται στον ιό, τελειοποιούν τα αντισώματά τους και ωριμάζουν, διασφαλίζοντας ότι θα παραχθούν ισχυρά αντισώματα που θα έχουν την ικανότητα να εξουδετερώσουν το παθογόνο. Τα Β λεμφοκύτταρα που στοχεύουν υγιή κύτταρα του οργανισμού καταστρέφονται.

Ωστόσο, αυτή η διαδικασία ωρίμανσης χρειάζεται χρόνο. 2 εβδομάδες «εκπαίδευσης» των Β κυττάρων σε μία σοβαρή λοίμωξη μπορεί να κοστίσουν τη ζωή του ασθενούς. Ως αποτέλεσμα, χρειάζεται να παραχθούν αντισώματα άμεσα. Προκειμένου να ξεπεραστεί το παραπάνω πρόβλημα, το ανοσοποιητικό σύστημα έχει μία εναλλακτική μορφή ενεργοποίησης των Β λεμφοκυττάρων (extrafollicular activation) η οποία οδηγεί σε ταχεία παραγωγή αντισωμάτων που δεν υφίστανται τους ελεγκτικούς μηχανισμούς μίας πιο ακριβούς ανοσιακής απόκρισης.

Η παραπάνω ενεργοποίηση οδηγεί σε ταχεία παραγωγή αντισωμάτων τα οποία έχουν μικρή διάρκεια ζωής και καταστρέφονται όταν παραχθούν πιο αποτελεσματικά αντισώματα.

Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε.

Ανοσιακή Απόκριση που Ομοιάζει Αυτοάνοσο Νόσημα στον COVID-19

Στο διάστημα 2015-2018 διαπιστώθηκε ότι η παραπάνω απόκριση (extrafollicular activation) εμφανίζεται συχνά σε ασθενείς που πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Οι ασθενείς που πάσχουν από την παραπάνω νόσο έχουν ενεργοποιημένη την παραπάνω απόκριση για παρατεταμένη διάρκεια, με αποτέλεσμα να παράγονται υψηλά επίπεδα αντισωμάτων που στοχεύουν τους πνεύμονες, την καρδιά ή τους νεφρούς.

Η παρουσία ειδικών Β κυττάρων που έχουν παραχθεί ως αποτέλεσμα της παραπάνω απόκρισης στο αίμα, αποτελεί δείκτη για τη σοβαρότητα της νόσου σε ασθενείς με ΣΕΛ, αλλά και COVID-19, σύμφωνα με τελευταία δεδομένα.

Σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες, μία ομάδα ερευνητών έδειξε ότι ορισμένα σοβαρά περιστατικά COVID-19 είχαν αντίστοιχα επίπεδα παθολογικών Β λεμφοκυττάρων με αυτά που παρατηρούνται στους ασθενείς με ενεργό ΣΕΛ. Σχετικά νωρίς στην πορεία της λοίμωξης, ορισμένοι ασθενείς ενεργοποιούν την παραπάνω οδό με αποτέλεσμα να παράγονται υψηλά επίπεδα αντισωμάτων, μερικά από τα οποία έχουν την ικανότητα να εξουδετερώνουν τον ιό. Ωστόσο, εκτός από αυτά τα προστατευτικά αντισώματα, παράγονται και άλλα τα οποία ομοιάζουν αυτά των ασθενών με αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο ΣΕΛ.

Οι ασθενείς που έχουν τα παραπάνω παθολογικά αντισώματα έχουν χειρότερη πρόγνωση από COVID-19 και υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας.

Περιορίζοντας την Ανοσιακή Απόκριση στον COVID-19

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο COVID-19 δεν αποτελεί αυτοάνοσο νόσημα. Η φλεγμονώδης απόκριση που ομοιάζει αυτοάνοσο νόσημα μπορεί να αποτελεί μία «φυσιολογική» απόκριση σε μία ιογενή λοίμωξη που ξέφυγε εκτός ελέγχου.

Ωστόσο, ακόμα κι αν η απόκριση αυτή είναι «φυσιολογική» αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι επιβλαβής. Η παρατεταμένη ανοσιακή απόκριση αυτού του είδους έχει συνδεθεί με σοβαρότερη νόσηση από αυτοάνοοσα νοσήματα τόσο μέσω παραγωγής παθολογικών αντισωμάτων, όσο και μέσω φλεγμονής που προκαλεί βλάβες σε ιστούς όπως οι πνεύμονες και οι νεφροί. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι μία πρώιμη ανοσιακή απόκριση σε μία ιογενή λοίμωξη όπως ο COVID-19 μπορεί να στραφεί εναντίον του οργανισμού και να προκαλέσει βλάβες σε υγιείς ιστούς και όργανα.

Είναι προφανές, επομένως, ότι η απόκριση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί περισσότερο από ανοσολόγους. Γιατί ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν τόσο ισχυρή απόκριση αυτού του είδους από τα Β λεμφοκύτταρα; Τα αντισώματα που παράγονται από την απόκριση αυτή έχουν αυξημένη πιθανότητα να στοχεύουν και να καταστρέφουν υγιείς ιστούς και όργανα; Μπορεί τα «χρόνια» συμπτώματα του COVID-19 να αποδίδονται στην παραπάνω απόκριση η οποία δεν έχει περιοριστεί επαρκώς, ακόμα και μετά την αποδρομή της λοίμωξης;

Παρά τα παραπάνω αναπάντητα ερωτήματα, η ιατρική κοινότητα θα πρέπει να γνωρίζει ότι, σε ορισμένους ασθενείς, ο περιορισμός της ανοσιακής απόκρισης με στεροειδή αποτελεί σημαντικό όπλο για την αντιμετώπιση του COVID-19. Οι μελλοντικές θεραπείες θα πρέπει σίγουρα να βασιστούν στο γεγονός ότι ο περιορισμός της ανοσιακής απόκρισης είναι εξίσου σημαντικός με την αντιμετώπιση του ιού.

Βιβλιογραφία: The Conversation

Φωτογραφία: Fars News Agency