Το Clostridioides difficile (πρώην Clostridium difficile) ή C. diff αποτελεί τη συχνότερη αιτία διάρροιας στους νοσηλευόμενους ασθενείς. Είναι επίσης το παθογόνο που ενοχοποιείται συχνότερα για τις βακτηριακές λοιμώξεις στα νοσοκομεία. Μία πρόσφατη έκθεση από το CDC των ΗΠΑ, ανέφερε το C. diff ως μία «επείγουσα απειλή».

Ποιοι Κινδυνεύουν Περισσότερο από το το C. diff;

Η λοίμωξη από C. diff (ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα) εμφανίζεται συνήθως μετά την αντιβιοτική θεραπεία ή μετά από μία νοσηλεία, σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα. Το 2002, εμφανίστηκε ένα στέλεχος του C. diff που ενοχοποιήθηκε για ορισμένες επιδημίες και προκάλεσε σοβαρότερη νόσηση με φλεγμονή και αυξημένα ποσοστά θανάτου. Το στέλεχος αυτό προσκολλάται ισχυρότερα στο έντερο και παράγει περισσότερες τοξίνες, οι οποίες συνήθως συνεπάγονται εντονότερη συμπτωματολογία. Τα στελέχη του C. diff που δεν προκαλούν επιδημίες σχετίζονται συνήθως με ηπιότερη νόσηση.

Γιατί είναι Δύσκολη η Αντιμετώπιση του C. diff;

Η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα παρουσιάζει συχνές υποτροπές και αυτό καθιστά δύσκολη τη θεραπεία των ασθενών που υποφέρουν από τη νόσο. Το 20% των ασθενών θα παρουσιάσουν εκ νέου διάρροια μετά την αρχική θεραπεία. Ο κίνδυνος μίας νέα υποτροπής είναι ακόμα μεγαλύτερος τις επόμενες εβδομάδες.

Το C. diff παράγει σπόρους (κύτταρα σε λανθάνουσα μορφή που μπορούν να επιβιώσουν σε αντίξοες συνθήκες για παρατεταμένη διάρκεια) οι οποίοι μολύνουν το περιβάλλον. Οι σπόροι είναι αρκετά ανθεκτικοί στις τυπικές μεθόδους καθαρισμού και δεν απομακρύνονται εύκολα. Ωστόσο, το προσεκτικό πλύσιμο των χεριών, η απομόνωση των ασθενών που έχουν μολυνθεί με το μικρόβιο και η χρήση καθαριστικών παραγόντων που μπορούν να καταστρέψουν τους σπόρους του C. diff συνιστούν αποτελεσματικούς τρόπους για την πρόληψη της μετάδοσης του βακτηρίου.

Τα αντιβιοτικά διαταράσσουν τους πληθυσμούς των υγιών μικροβίων του εντέρου (μικροβίωμα), δημιουργώντας έτσι ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη του C. diff.

Οι νοσηλευόμενοι ασθενείς είναι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο, ωστόσο υγιή άτομα που δεν έχουν λάβει αντιβιοτικά και δεν νοσηλεύονται μπορεί επίσης να παρουσιάσουν τη νόσο.

Το World Society of Emergency Surgery εξέδωσε νέες οδηγίες το 2019, οι οποίες είχαν εστιάσει στην αντιμετώπιση της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας στους μετεγχειρητικούς ασθενείς. Οι χειρουργικές επεμβάσεις, ιδιαίτερα στο γαστρεντερικός σύστημα, αποτελούν γνωστό παράγοντα κινδύνου για την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα.

Ποια είναι η Διαφορά Ανάμεσα στον Αποικισμό και τη Λοίμωξη από C. diff;

Το 5% του γενικού πληθυσμού και ένα υψηλότερο ποσοστό των νοσηλευομένων ασθενών μπορεί να παρουσιάσουν αποικισμό από βακτήρια του C. diff, χωρίς ωστόσο να εμφανιστούν συμπτώματα. Ο κίνδυνος μετάβασης σε ενεργό λοίμωξη διαφέρει, καθώς υπάρχουν στελέχη του C. diff που δεν παράγουν επιβλαβείς τοξίνες. Οι ασθενείς που έχουν αποικιστεί με ένα στέλεχος του C. diff που δεν παράγει τοξίνες, είναι περισσότερο προστατευμένοι από την ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα.

Η διάγνωση της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας τίθεται με βάση τη συμπτωματολογία, δηλαδή την υδαρή διάρροια για τουλάχιστον 3 φορές κάθε μέρα, και τις θετικές εξετάσεις κοπράνων για το C. diff. Μία θετική εξέταση χωρίς συμπτώματα αντιπροσωπεύει συνήθως αποικισμό και δεν χρειάζεται χορήγηση θεραπείας. Οι ασθενείς στους οποίους υπάρχει αποικισμός με στελέχη που παράγουν τοξίνες, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, ιδιαίτερα αν εκτεθούν σε αντιβιοτικά.

Πώς Αντιμετωπίζεται η Ψευδομεμβρανώδης Κολίτιδα;

Τα αντιβιοτικά που χορηγούνται συχνότερα για την αντιμετώπιση της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας είναι η βανκομυκίνη και η φιδαξομικίνη. Συχνά χορηγείται αγωγή για μερικές εβδομάδες προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος υποτροπών της νόσου. Σε σοβαρότερα περιστατικά μπορεί να χορηγηθεί επίσης κλύσμα βανκομυκίνης ή ενδοφλέβια μετρονιδαζόλη, ένα άλλο αντιβιοτικό.

Η μεταμόσχευση εντερικού μικροβιώματος αποτελεί επίσης μία νέα πειραματική θεραπεία σε όσους δεν ανταποκρίνονται στην παραπάνω θεραπεία. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν είναι στείρα κινδύνων.

Για τους ασθενείς με σοβαρή ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία μπορεί να γίνει επίσης χειρουργική αντιμετώπιση.

Πώς Μπορεί να Προληφθεί Μία Λοίμωξη από C. diff;

Αν και δεν υπάρχει κάποια μέθοδος που να προσφέρει 100% προστασία από το βακτήριο, υπάρχουν ορισμένες προσεγγίσεις που μπορεί να περιορίσουν τον κίνδυνο λοίμωξης, ιδιαίτερα αν πρόκειται να νοσηλευτείτε στο προσεχές μέλλον.

Σε περίπτωση που έχετε κάποιο προγραμματισμένο χειρουργείο, ρωτήστε τον γιατρό σας ποια αντιβιοτικά μπορείτε να πάρετε για να ελαχιστοποιήσετε τον κίνδυνο λοιμώξεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ένα αντιβιοτικό αρκεί. Αν έχετε επιβεβαιωμένη λοίμωξη από άλλο βακτήριο (εκτός του C. diff) διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι μία μικρής διάρκειας θεραπεία με αντιβιοτικά μπορεί να περιορίσει επίσης τον κίνδυνο εμφάνισης ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας. Ρωτήστε επίσης τον γιατρό σας ποια αντιβιοτικά αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας και αν πρέπει να τα αποφύγετε (κλινδαμυκίνη, φθοριοκινολόνες, πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες).

Αν νοσηλεύεστε για ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, πρέπει να χρησιμοποιείτε ιδιωτικό μπάνιο και να πλένετε τα χέρια σας τακτικά με σαπούνι και νερό, ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη στην τουαλέτα. Στο νοσοκομείο, βεβαιωθείτε ότι το προσωπικό που έρχεται σε επαφή μαζί σας τηρεί τους κανόνες υγιεινής. Αν διατρέχετε αυξημένο κίνδυνο υποτροπών της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (ηλικία άνω των 65, κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα ή σοβαρή νόσος), συζητήστε με τον γιατρό σας αν χρειάζεται να πάρετε βεζλοτοξουμάμπη. Το παραπάνω μονοκλωνικό αντίσωμα μειώνει τον κίνδυνο υποτροπών της νόσου στους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

Υπάρχουν και άλλα μέτρα πρόληψης που μπορείτε να εφαρμόσετε, ανεξαρτήτως αν βρίσκεστε στο νοσοκομείο ή όχι. Αρχικά, περιορίστε την κατανάλωση των αντιόξινων, όπως για παράδειγμα οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων. Αποφύγετε τη χρήση αντιβιοτικών για κρυολογήματα, βρογχίτιδες ή άλλες ιογενείς λοιμώξεις. Ενημερωθείτε σχετικά με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιβιοτικών από τον γιατρό σας και συζητήστε μαζί του αν σας έχει χορηγήσει τη μικρότερη απαιτούμενη διάρκεια θεραπείας. Μην αμελείτε το πλύσιμο των χεριών, ιδιαίτερα πριν και μετά την επίσκεψη σε νοσοκομεία ή ιατρεία.

Βιβλιογραφία: Harvard Health