Αυτή τη στιγμή υπάρχουν παγκοσμίως 1.8 εκατομμύρια άτομα που νοσούν από τον ιό HIV. Συνολικά, η συχνότητα των λοιμώξεων από τον ιό έχει παρουσιάσει μείωση τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίστοιχη μείωση έχει παρατηρηθεί και στη θνησιμότητα από το AIDS, η οποία, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, έχει μειωθεί κατά 80% από το 2002.

Παρά τις παραπάνω μειώσεις, ωστόσο, η αντιμετώπιση του ιού HIV αποτελεί προτεραιότητα στην ερευνητική κοινότητα.

Η κύρια αιτία θανάτου στους ασθενείς με HIV είναι η φυματίωση. Ωστόσο, στις ανεπτυγμένες χώρες όπου η φυματίωση είναι σχετικά σπάνια, οι ασθενείς αυτοί καταλήγουν από άλλες νόσους που δεν σχετίζονται με τον ιό τις ανοσοανεπάρκειας. Οι παθήσεις αυτές περιλαμβάνουν το διαβήτη, τη νεφρική νόσο, την ηπατική νόσο και τις καρδιαγγειακές παθήσεις.

Μία νέα έρευνα θέλησε να εξετάσει αναλυτικότερα τις παθήσεις από τις οποίες κινδυνεύουν περισσότερο οι ασθενείς που πάσχουν από HIV.

Ο Λι Σμιθ, από το Πανεπιστήμιο Anglia Ruskin στο Λονδίνο ήταν ο επικεφαλής της έρευνας. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Infectious Diseases.

Ο Ιός HIV Αυξάνει τον Κίνδυνο ΧΑΠ και Καρδιαγγειακής Νόσου

Ο Σμιθ και οι συνεργάτες του έκαναν μία μελέτη στην οποία εξέτασαν μετα-αναλύσεις από έρευνες παρατήρησης. Εξέτασαν συνολικά 3.413 μελέτες από τις οποίες περιέλαβαν μόλις 20 στην τελική τους ανάλυση.

Ο Σμιθ και η ομάδα του ανακάλυψαν συνολικά 55 παθήσεις οι οποίες εμφανίζονται με μεγάλη συχνότητα στους ασθενείς με HIV. Συγκεκριμένα διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης βήχα και δύσπνοιας, χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ), ισχαιμικής καρδιακής νόσου, θνησιμότητας που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, μητρικής σήψης καθώς και καταγμάτων.

Όπως δήλωσαν οι ερευνητές «τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι ακόμα και με την υψηλή διαθεσιμότητα της αντιρετροϊκής θεραπείας, οι ασθενείς με HIV παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χρονίων αναπνευστικών νόσων σε σχέση με τους οροαρνητικούς πληθυσμούς».

Ο κίνδυνος ισχαιμικής καρδιοπάθειας στους ασθενείς με HIV αποδίδεται πιθανώς στα υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος και χρήσης ναρκωτικών ουσιών σε αυτή την ομάδα, τόνισαν οι ερευνητές.

Ωστόσο, πρόσθεσαν ότι αυτό «μπορεί να αποδίδεται επίσης στην υποκείμενη, χρόνια φλεγμονή και την ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, σε συνδυασμό με τις διαταραχές της πήξης και την αθηροσκλήρωση».

Ο επικεφαλής της έρευνας σχολίασε τα ευρήματα υποστηρίζοντας ότι «έχει αλλάξει πλέον ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον ιό HIV. Δεν αποτελεί πλέον θανατηφόρο νόσημα, αλλά διαχειρίσιμη χρόνια νόσο».

«Εξετάζοντας συνολικά τα δεδομένα από διάφορες μελέτες», είπε ο Σμιθ, «καταφέραμε να δείξουμε για πρώτη φορά ότι παρά την αύξηση στο προσδόκιμο ζωής που παρατηρείται στους ασθενείς με HIV, ο πληθυσμός αυτός παρουσιάζει σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χρονίων νόσων που αποδίδονται σε επιβλαβείς συνήθειες του τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ».

Οι ερευνητές τόνισαν, ωστόσο, ότι δεν μπορούν να αποδείξουν πως οι παράγοντες του τρόπου ζωής ενοχοποιούνται για την εμφάνιση των παραπάνω παθήσεων.

«Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ποιες παθήσεις προκαλούνται ή επιδεινώνονται από τον HIV και τη θεραπεία του και ποιες σχετίζονται με τον τρόπο ζωής», είπε ο Σμιθ.

«Ο αυξημένος κίνδυνος που παρατηρήθηκε στην έρευνά μας ελπίζουμε ότι θα οδηγήσει σε νέες έρευνες έτσι ώστε να βελτιωθεί τόσο η πρόληψη όσο και έγκαιρη διάγνωση των νόσων αυτών στους ασθενείς με HIV», κατέληξαν οι ερευνητές.

Φωτογραφία: NIAID