Μετά από 80 περίπου χρόνια ευρείας χρήσης, έχουμε μάθει πια πολλά για τα αντιβιοτικά. Δυστυχώς, κυρίως λόγω της ελλιπούς ενημέρωσης πάνω στο θέμα, υπάρχουν αρκετοί που έχουν σχηματίσει λανθασμένες αντιλήψεις για τη χρήση τους. Το παρόν άρθρο σχολιάζει 5 μύθους και εξηγεί γιατί δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα.

Μύθος 1ος: Ο άνθρωπος εφήυρε τα αντιβιοτικά τον 20ο αιώνα

Το πρώτο αντιβακτηριδιακό φάρμακο με χρησιμότητα στην κλινική πράξη ήταν το prontosil rubrum το οποίο συντέθηκε για πρώτη φορά το 1931. Ωστόσο, το φάρμακο αυτό δεν ήταν το πρώτο φάρμακο που εφευρέθηκε.

Σύμφωνα με αναλύσεις του γενετικού υλικού, τα πρώτα αντιβιοτικά συντέθηκαν από βακτηρίδια πριν από 2-2.5 δισεκατομμύρια χρόνια περίπου. Παράλληλα αναπτύχθηκαν και οι πρώτοι μηχανισμοί ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά. Όλα αυτά τα χρόνια τα βακτηρίδια χρησιμοποιούν τα όπλα αυτά για να αλληλοεξοντωθούν, ενώ ταυτοχρόνως δημιουργούν μηχανισμούς άμυνας για να προστατευτούν από αυτά.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2011 έφερε νέα στοιχεία στο φως που επιβεβαιώνουν ουσιαστικά τον ισχυρισμό αυτό. Μία ομάδα, εξερευνώντας το σύστημα σπηλαίων του Carlsbad στο Νέο Μεξικό, ανακάλυψε μία σπηλιά αποκλεισμένη από την επιφάνεια του πλανήτη για πάνω από 4 εκατομμύρια χρόνια. Η σπηλιά αυτή δεν είχε έρθει ποτέ σε επαφή με τον άνθρωπο στο παρελθόν.

Οι ερευνητές καλλιέργησαν πολλά στελέχη βακτηριδίων από τα τοιχώματα της σπηλιάς. Καθένα από αυτά ήταν ανθεκτικό σε τουλάχιστον ένα σύγχρονο αντιβιοτικό, με αρκετά στελέχη να παρουσιάζουν πολυανθεκτικότητα. Η ανθεκτικότητα δεν αφορούσε μόνο αντιβιοτικά που βρίσκονται στη φύση, αλλά και αντιβιοτικά που είχαν συντεθεί τεχνητά μετά το 1960-1980 (όπως οι φθοροκινολόνες, η δαπτομυκίνη και η λινεζολίδη).

Συμπέρασμα: Μετά από 2 δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, τα μικρόβια έχουν ήδη εφεύρει αντιβιοτικά για το σύνολο των βιοχημικών οδών καθώς και μηχανισμούς ανθεκτικότητας για καθέναν από αυτούς. Επομένως, οι μηχανισμοί αντοχής στα αντιβιοτικά που δεν έχουν ακόμα εφευρεθεί βρίσκονται ήδη στη φύση. Η ανθεκτικότητα είναι αναπόφευκτη.

Μύθος 2ος: Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών ευθύνεται για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας

Ο μύθος αυτός επαναλαμβάνεται συνεχώς, με την υπόνοια ότι αν σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τα αντιβιοτικά άσκοπα, δεν θα εμφανιστούν ανθεκτικότητες. Ωστόσο, οποτεδήποτε χρησιμοποιούμε αντιβιοτικά, σκοτώνουμε βακτηρίδια με αποτέλεσμα να προκαλείται η ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών. Το γεγονός αυτό επάγεται με την ίδια βαρύτητα τόσο από την σωστή όσο και από τη λανθασμένη χρήση των αντιβιοτικών. Η διαφορά είναι ότι η λανθασμένη χρήση δεν προσφέρει τίποτα θεραπευτικά και επομένως μπορούμε και πρέπει να την αποφεύγουμε. Αντιθέτως, η χρήση αντιβιοτικών όπου ενδείκνυται, μειώνει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα των βακτηριδιακών λοιμώξεων.

Συμπέρασμα: Η ανθεκτικότητα των βακτηριδίων μπορεί να προκληθεί και από τη σωστή χρήση των αντιβιοτικών. Ωστόσο, τα οφέλη από τη χρήση τους στους ασθενείς που τα χρειάζονται και στο κοινωνικό σύνολου υπερβαίνουν τη ζημία. Εν αντιθέσει, η λανθασμένη χρήση των αντιβιοτικών συμβάλλει στην αύξηση της ανθεκτικότητας χωρίς να προσφέρει κάποιο όφελος.

Ουσιαστικά, η αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών πρέπει να σταματήσει όχι γιατί είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την εμφάνιση ανθεκτικότητας, αλλά γιατί συμβάλλει στην ανάπτυξή της χωρίς να προσφέρει κάποιο θεραπευτικό όφελος.

Μύθος 3ος: Για να προληφθεί η ανθεκτικότητα, οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν το σύνολο των αντιβιοτικών που τους έχουν συνταγογραφηθεί, ακόμα και αν τα συμπτώματα έχουν παρέλθει

Η προέλευση του μύθου αυτού είναι άγνωστη, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός υπάρχει για περισσότερα από 70 χρόνια. Παρά το πόσο διαδεδομένη και βαθιά είναι η πεποίθηση αυτή, δεν υπάρχουν δεδομένα ερευνών που να επιβεβαιώνουν ότι η συνέχιση της αντιβιοτικής αγωγής μετά το πέρας των συμπτωμάτων της λοίμωξης μειώνει την εμφάνιση ανθεκτικότητας.

Αντιθέτως, πολλαπλές έρευνες έχουν δείξει ότι οι μικρής διάρκειας θεραπείες έχουν μικρότερη πιθανότητα να προκαλέσουν ανθεκτικότητα, κάτι που συνάδει με τις βασικές αρχές της φυσικής επιλογής. Κάθε τυχαιοποιημένη μελέτη που έχει συγκρίνει μικρής διάρκειας θεραπείες με αντιβιοτικά με αντίστοιχες θεραπείες μεγαλύτερης διάρκειας, σε διαφορετικά είδη βακτηριδιακών λοιμώξεων (όπως κυτταρίτιδα, οξεία βακτηριδιακή ιγμορίτιδα, πνευμονία της κοινότητας, νοσοκομειακή πνευμονία, επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος και επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις), έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μικρής διάρκειας θεραπείας είναι εξίσου αποτελεσματικές. Σύμφωνα με υπολογισμούς, οι θεραπείες μικρότερης διάρκειας συνέβαλαν λιγότερο στη δημιουργία ανθεκτικότητας.

Συμπέρασμα: Σε ό,τι αφορά τη θεραπεία με αντιβιοτικά, όσο μικρότερη είναι η χρονική διάρκεια της θεραπείας τόσο το καλύτερο. Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι αν νιώσουν καλύτερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και τα συμπτώματα υποχωρήσουν, επιβάλλεται να συμβουλευτούν τον γιατρό τους για να διακόψουν πρώιμα την αντιβιοτική θεραπεία.

Η συνέχιση της αντιβιοτικής  αγωγής μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων στις οξείες βακτηριδιακές λοιμώξεις δεν προσφέρει οφέλη και πιθανώς συμβάλλει στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας.

Μύθος 4ος: Όταν εμφανίζεται ανθεκτικότητα είναι συνήθως αποτέλεσμα νέων μεταλλάξεων στο σημείο της μόλυνσης

Ο μύθος αυτός κατά πάσα πιθανότητα πηγάζει από τη γεγονός ότι η ανθεκτικότητα στη φυματίωση αναπτύσσεται στο σημείο της μόλυνσης, εξ’αιτίας αυθόρμητων μεταλλάξεων που στοχεύουν την αντιφυματική αγωγή. Ωστόσο, η φυματίωση έχει ειδικά χαρακτηριστικά που την διαχωρίζουν από τις λοιπές οξείες βακτηριδιακές λοιμώξεις.

Το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης δεν αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του ανθρώπου, ούτε μπορεί να αναπτυχθεί στο περιβάλλον, επομένως η ανθεκτικότητα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο στο σημείο της μόλυνσης. Οι εστίες της φυματίωσης περιέχουν επίσης μεγάλες πυκνότητες βακίλλων, γεγονός που προδιαθέτει την ανάπτυξη ανθεκτικότητας κατά τη θεραπεία με ένα μόνο φάρμακο (όπως ισιονιαζίδη ή ριφαμπικίνη).

Αντιθέτως, όταν χορηγούνται τυπικά αντιβιοτικά (εκτός της ισονιαζίδης που είναι ειδική για τη φυματίωση), προκαλούν αναπόφευκτα ανθεκτικότητα και στη φυσιολογική χλωρίδα του οργανισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις η ανθεκτικότητα δεν αναπτύσσεται στην περιοχή της μόλυνσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αυτή εμφανίζεται αργότερα στα βακτηρίδια του εντέρου ή του δέρματος σαν αποτέλεσμα της ανταλλαγής γενετικού υλικού μεταξύ βακτηριδίων.

Αποτέλεσμα της ανθεκτικότητας που εμφανίζεται στη φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα είναι η εμφάνιση λοιμώξεων από ανθεκτικά παθογόνα, τα οποία στη συνέχεια μπορεί να μεταδοθούν και σε άλλους ανθρώπους.

Συμπέρασμα: Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν γνωρίζουμε ότι έχει αναπτυχθεί ανθεκτικότητα. Το γεγονός ότι η λοίμωξη ενός ασθενούς υποχώρησε μετά τη χρήση ενός αντιβιοτικού ευρέως φάσματος δεν σημαίνει ότι δεν προκλήθηκε ανθεκτικότητα. Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό μετά την έκθεση στα αντιβιοτικά κάποια στελέχη βακτηριδίων της φυσιολογικής χλωρίδας του οργανισμού να αναπτύξουν ανθεκτικότητα. Αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση ανθεκτικών λοιμώξεων τόσο στον ίδιο τον ασθενή, όσο και στο περιβάλλον του εφόσον τα μικρόβια μεταδοθούν.

Μύθος 5ος:Τα βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά είναι πιο αποτελεσματικά και προκαλούν σπανιότερα ανθεκτικότητα σε σχέση με τα βακτηριοστατικά αντιβιοτικά

Αυτή είναι ακόμα μία λανθασμένη αντίληψη που δεν βασίζεται σε δεδομένα ερευνών. Πρώτον, αντίθετα με την πλέον διαδεδομένη πεποίθηση, τα βακτηριοστατικά αντιβιοτικά μπορούν να καταστρέψουν βακτηρίδια απλώς χρειάζονται υψηλότερες συγκεντρώσεις γι’ αυτό. Ως βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά ορίζονται αυτά στα οποία ο λόγος της ελάχιστης βακτηριοκτόνου πυκνότητας (MBC) προς την ελάχιστη ανασταλτική πυκνότητα (MIC) του φαρμάκου είναι μεγαλύτερος του 4.

Η ελάχιστη βακτηριοκτόνος πυκνότητα (MBC) είναι η συγκέντρωση του φαρμάκου που μειώνει την πυκνότητα των βακτηριδίων στο 1/1000 της αρχικής σε 24 ώρες. Η ελάχιστη ανασταλτική πυκνότητα (MIC) είναι η ελάχιστη συγκέντρωση του αντιβιοτικού που αναστέλλει την ανάπτυξη των υπό έλεγχο βακτηριδίων μέσα σε 24 ώρες. Οι ορισμοί αυτοί έχουν δοθεί από επιτροπές και δεν είναι βασισμένοι σε στοιχεία ερευνών, επομένως δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν την ανωτερότητα των βακτηριοκτόνων αντιβιοτικών σε σχέση με τα βακτηριοστατικά.

Μελετώντας τη βιβλιογραφία, βρέθηκαν συνολικά 28 τυχαιοποιημένες μελέτες που συνέκριναν την αποτελεσματικότητα των βακτηριοκτόνων και των βακτηριοστατικών αντιβιοτικών σε ασθενείς με οξείες βακτηριακές λοιμώξεις. Σχεδόν καμία από αυτές δεν παρατήρησε στατιστικώς σημαντική διαφορά μεταξύ της αποτελεσματικότητας των δύο κατηγοριών. Τρεις έρευνες, μάλιστα, παρατήρησαν ότι το βακτηριοστατικό λινεζολίδη ήταν πιο αποτελεσματικό σε σχέση με το βακτηριοκτόνο βανκομυκίνη για τη θεραπεία των επιπλεγμένων δερματικών λοιμώξεων. Μία άλλη έρευνα παρατήρησε ότι η λινεζολίδη ήταν πιο αποτελεσματική από τη βανκομυκίνη για τη θεραπεία της MRSA πνευμονίας, ενώ μία τελευταία συμπέρανε το ίδιο για την πνευμονία από πνευμονιόκοκκο.

Αντιθέτως, μόλις μία έρευνα έδειξε ότι τα βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά ήταν πιο αποτελεσματικά από τα βακτηριοστατικά. Η έρευνα αυτή συνέκρινε το βακτηριοστατικό τιγεκυκλίνη με το βακτηριοκτόνο ιμιπενέμη για τη θεραπεία της πνευμονίας που σχετίζεται με τη χρήση αναπνευστήρα και συμπέρανε ότι η τιγεκυκλίνη υπολειπόταν της ιμιπενέμης. Ωστόσο, η φαρμακολογική ανάλυση της έρευνας έδειξε ότι η δόση της τιγεκυκλίνης που χορηγήθηκε ήταν πολύ χαμηλή ως προς την ευαισθησία των βακτηριδίων υπεύθυνων για τη λοίμωξη. Η έρευνα, στη συνέχεια, διεξήχθη εκ νέου με διπλάσια δόση τιγεκυκλίνης και η αποτελεσματικότητα των 2 φαρμάκων ήταν παρόμοια.

Φαίνεται, επομένως, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι τα βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά είναι πιο αποτελεσματικά από τα βακτηριοστατικά. Μερικές μελέτες, μάλιστα, έδειξαν ότι πιθανότερο είναι να ισχύει το αντίθετο.

Συμπέρασμα: Αν και οι περισσότεροι γιατροί προτιμούν τα βακτηριοκτόνα από τα βακτηριοστατικά αντιβιοτικά δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι είναι πιο αποτελεσματικά από τα δεύτερα ούτε ότι δημιουργούν ανθεκτικότητα σε λιγότερες περιπτώσεις. Τα βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά δεν πρέπει να προτιμώνται από τα βακτηριοστατικά.

Επίλογος

Η ατέρμονη μάχη μας με τα βακτηρίδια δυστυχώς είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Δεν είναι δυνατό να εφευρεθεί αντιβιοτικό στο οποίο τα βακτηρίδια δεν θα εμφανίσουν κάποια στιγμή ανθεκτικότητα. Η ανθεκτικότητα είναι αναπόφευκτη.

Είναι, επομένως, σημαντικό να μην σπαταλάμε τα υπάρχοντα αντιβιοτικά. Δεν πρέπει ποτέ να παίρνουμε αντιβιοτικά αν δεν πάσχουμε από κάποια βακτηριδιακή λοίμωξη. Ακόμα και στις περιπτώσεις που πρέπει να χορηγηθούν, πρέπει να παίρνουμε την ελάχιστη δυνατή δόση για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και να σταματάμε το φάρμακο όταν αυτά έχουν παρέλθει.

Κάθε αντιβιοτικό που λαμβάνετε αυξάνει όχι μόνο την πιθανότητα ανθεκτικότητας των βακτηριδίων για τα οποία το παίρνετε, αλλά ενδεχομένως και άλλων βακτηριδίων της φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας του οργανισμού. Τα βακτηρίδια αυτά μπορεί να προκαλέσουν  ανθεκτικές σε αντιβιοτικά λοιμώξεις στο μέλλον.

Πηγή: Medscape