Η ομάδα των ερπητοϊών που προσβάλλουν τον άνθρωπο περιλαμβάνει τον τύπο I και II του απλού έρπητα, τον ιό του έρπητα ζωστήρα-ανεμευλογιάς, τον ιό Epstein-Barr και τον κυτταρομεγαλοϊό.

Η ερπητική εγκεφαλίτιδα που προκαλείται από τον ιό του απλού έρπητα τύπου Ι, και πολύ σπάνια από τον τύπου II (έρπης των γεννητικών οργάνων) είναι η πιο βαριά απ’ όλες τις ιογενείς εγκεφαλίτιδες και η συχνότερη σποραδική μορφή οξείας ιογενούς εγκεφαλίτιδας. Παρατηρείται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, σε ασθενείς όλων των ηλικιών.

Κλινική εικόνα

Η νόσος εισβάλλει οξέως με πυρετό, κεφαλαλγία και σύγχυση, που σύντομα – εντός ωρών στην κεραυνοβόλο μορφή – εξελίσσονται σε λήθαργο ή κώμα. Μερικές φορές εμφανίζονται επιληπτικές κρίσεις, μεταβολή της συμπεριφοράς και αφασία.

Οι παθολογοανατομικές αλλοιώσεις της νόσου εντοπίζονται στα κάτω και τα έσω τμήματα των κροταφικών καθώς και στα κογχαία τμήματα των μετωπιαίων λοβών. Οι βλάβες χαρακτηρίζονται από έντονη φλεγμονή, αιμορραγίες και διάχυτη νέκρωση.

Παρακλινική διερεύνηση

Στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα η περιοδική εμφάνιση οξυαίχμων κυμάτων μεγάλου ύψους ανά 2- 3 δευτερόλεπτα στις κροταφικές απαγωγές είναι χαρακτηριστικό εύρημα.

Οι καταστροφικές παθολογοανατομικές βλάβες που εντοπίζονται εκλεκτικά στον κροταφικό λοβό απεικονίζονται στην αξονική και καλύτερα στη μαγνητική τομογραφία στη σειρά ακολουθιών Τ2 και στα δύο ημισφαίρια και είναι συνήθως ασύμμετρες (Εικόνα 29.9).

Τα ευρήματα από το ΕΝΥ είναι παρόμοια με άλλων ιογενών εγκεφαλιτίδων (αύξηση των κυττάρων λεμφοκυτταρικού τύπου, αύξηση του λευκώματος, φυσιολογική γλυκόζη). Το παθογόνο αίτιο μπορεί να ανιχνευθεί με τη μέθοδο της αλυσωτής αντίδρασης πολυμεράσης.

Η βιοψία εγκεφάλου, παρ’ όλο που θέτει τη διάγνωση, λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί δεν κρίνεται απαραίτητη παρά μόνο σε επιλεγμένα περιστατικά.

Θεραπεία

Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση ακυκλοβίρης (10 mg/kg κάθε 8 ώρες ενδοφλεβίως επί 14-21 ημέρες). Η πρώιμη έναρξη της θεραπείας μειώνει σημαντικά τη θνησιμότητα και τη βαρύτητα των υπολειμματικών νευρολογικών ελλειμμάτων. Χωρίς θεραπεία η θνησιμότητα υπερβαίνει το 70%.