Καθώς η πανδημία του COVID-19 συνεχίζει να εξαπλώνεται παγκοσμίως, έρχονται στο φως όλο και περισσότερα δεδομένα σχετικά με τους μηχανισμούς του ιού και ιδιαίτερα με τις επιδράσεις του σε ασθενείς με προϋπάρχουσες χρόνιες παθήσεις.

Σήμερα, μία νέα έρευνα που εξέτασε 200 ασθενείς με σοβαρή υπεργλυκαιμία και COVID-19 εξηγεί γιατί τα αυξημένα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση μετά από μία λοίμωξη με τον ιό. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes που εκδίδεται από το American Diabetes Association.

«Με βάση τις παρατηρήσεις μας στους ασθενείς, αυτοί που έχουν προϋπάρχουσες παθήσεις διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να παρουσιάσουν αναπνευστική δυσλειτουργία μετά από μία λοίμωξη με τον ιό, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Roma Gianchandani, MD, καθηγητής παθολογίας από το τμήμα μεταβολισμού, ενδοκρινολογίας και διαβήτη στο Michigan Medicine.

Γιατί;

Η κύρια συγγραφέας της έρευνας, Rodica Pop-Busui, MD, PhD, καθηγήτρια διαβήτη και παθολογίας, υποστήριξε ότι η ήπια χρόνια φλεγμονή του διαβήτη και της υπεργλυκαιμίας είναι αυτή που ενισχύει τη φλεγμονώδη δράση του ιού, η οποία αυξάνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και οδηγεί σε σοβαρή υπεργλυκαιμία.

«Όταν ο οργανισμός παρουσιάζει αυτά τα επίπεδα φλεγμονής, προκαλείται παθολογική ανοσιακή απόκριση η οποία αντί να στοχεύει τον ιό, επηρεάζει υγιείς ιστούς και κύτταρα με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ταχεία επιδείνωση της υγείας», εξήγησε.

Ειδικότερα, οι ασθενείς αυτοί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να διασωληνωθούν ή να παρουσιάσουν σημαντικές βλάβες στους νεφρούς. Μπορεί επίσης να χρειαστούν αγγειοσυσπαστικά για την αντιμετώπιση της υπότασης ή στεροειδή για την αντιμετώπιση του ARDS.

«Όλες οι παραπάνω επιπλοκές καθιστούν δυσκολότερη τη διαχείριση της γλυκόζης αίματος, ωστόσο πιστεύουμε ότι η παρέμβαση αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος επιπλοκών και θανάτου», εξήγησε ο Gianchandani. «Μία πρόσφατη έρευνα έδειξε επίσης ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην καλά ρυθμισμένη γλυκόζη αίματος και τα χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονωδών δεικτών».

Η επιστημονική ομάδα ανέπτυξε ένα εργαλείο για τη διάγνωση και ρύθμιση της υψηλής γλυκόζης αίματος στους ασθενείς με COVID-19. Οι ασθενείς αυτοί ταξινομούνται σε μία κλίμακα κινδύνου ανάλογα με τη σοβαρότητα της υπεργλυκαιμίας, την παρουσία παχυσαρκίας, τα επίπεδα της αντίστασης στην ινσουλίνη, την έκταση των βλαβών στους νεφρούς και την ταχεία αλλαγή στα επίπεδα των φλεγμονωδών δεικτών.

Εφαρμογή του Αλγορίθμου

Οι επιστήμονες θέλησαν να παρακολουθήσουν την κατάσταση του διαβήτη στους ασθενείς χωρίς να χρειάζεται να επισκέπτονται το δωμάτιό τους συνεχώς. Ήταν επίσης σημαντικό να περιοριστεί η έκθεση των επαγγελματιών υγείας στον ιό κατά το δυνατόν.

Αν και τυπικά προσφέρει ακριβή αποτελέσματα, η χρήση ενός μετρητή που καταγράφει συνεχώς τα επίπεδα της γλυκόζης δεν θεωρήθηκε ιδανική, καθώς η χαμηλή αρτηριακή πίεση των ασθενών και η χρήση φαρμάκων για την αρτηριακή πίεση ήταν πιθανό να οδηγήσουν σε ψευδώς υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Σύμφωνα με το νέο πρωτόκολλο, η χορήγηση της ινσουλίνης έπρεπε να γίνεται κάθε 6 ώρες και με την ευκαιρία αυτή, μία νοσηλεύτρια εξέταζε επίσης την κατάσταση του ασθενούς. Σε ορισμένους ασθενείς που είχαν διασωληνωθεί ή έπαιρναν υψηλές δόσεις βιταμίνης C, οι γιατροί έκαναν τακτικά μετρήσεις γλυκόζης, επομένως αυτό δεν χρειάστηκε να γίνει από τους επιστήμονες.

Για τους ασθενείς με τα υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης αίματος και σοβαρή υπεργλυκαιμία, μία επιλογή ήταν η χορήγηση ενέσιμης ινσουλίνης μέχρι τα επίπεδα να επανέλθουν εντός του φυσιολογικού εύρους.

Οι παραπάνω προσεγγίσεις βοήθησαν έτσι ώστε να περιοριστούν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, ελαχιστοποιώντας παράλληλα την επαφή με το προσωπικό των νοσοκομείων.

«Η καλύτερη ρύθμιση της γλυκόζης αίματος ήταν σημαντική παρέμβαση καθώς περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τα ποσοστά των δευτερογενών λοιμώξεων και των νεφρικών βλαβών σε αυτή την ομάδα ασθενών», τόνισε ο Gianchandani. «Συνδέθηκε επίσης με μειωμένη διάρκεια παραμονής στη ΜΕΘ και χαμηλότερο κίνδυνο διασωλήνωσης».

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο παραπάνω αλγόριθμος δεν αναπτύχθηκε με βάση κάποια έρευνα, αλλά αποκλειστικά χάρη στις παρατηρήσεις των επιστημόνων στους ασθενείς που παρακολουθούσαν. Είναι απαραίτητο να γίνουν μεγαλύτερες, τυχαιοποιημένες μελέτες προκειμένου να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα του παραπάνω αλγορίθμου και η σύνδεσή του με τα ποσοστά θνησιμότητας, το χρόνο ανάρρωσης, τη διάρκεια παραμονής στη ΜΕΘ και τα ποσοστά σοβαρών επιπλοκών.

«Έχουμε ήδη εκκινήσει τα επόμενα βήματα για να επιβεβαιώσουμε τη θεωρία μας», κατέληξε ο Gianchandani. «Προς το παρόν, οι παρατηρήσεις μας επιβεβαιώνουν πόσο σημαντική είναι η ρύθμιση της γλυκόζης στους ασθενείς με COVID-19 και αποτελούν οδηγό για άλλες έρευνες».