Οι ασθενείς που πάσχουν από αποφρακτική υπνική άπνοια έχουν χειρότερη πρόγνωση από COVID-19 σύμφωνα με μία έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Warwick στη Μεγάλη Βρετανία.

Το παραπάνω συμπέρασμα ήταν το αποτέλεσμα μίας συστηματικής μελέτης της βιβλιογραφίας που εξέτασε δεδομένα από ασθενείς με COVID-19 που είχαν ιστορικό διάγνωσης με υπνική άπνοια. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Sleep Medicine Reviews και ουσιαστικά αναδεικνύει την υπνική άπνοια ως παράγοντα κινδύνου που θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω.

Η αποφρακτική υπνική άπνοια είναι μία νόσος που χαρακτηρίζεται από μερική ή ολική φραγή των αεραγωγών κατά τη διάρκεια του ύπνου, λόγω χαλάρωσης των μυών του αναπνευστικού συστήματος. Εμφανίζεται συνήθως σε ασθενείς με παχυσαρκία.

Αρκετοί παράγοντες κινδύνου και συνοσηρότητες που σχετίζονται με την υπνική άπνοια, όπως ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η υπέρταση, αποτελούν επίσης παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19. Ωστόσο, οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας θέλησαν να εξετάσουν αν η αποφρακτική υπνική άπνοια αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.

Η συστηματική μελέτη εξέτασε 18 έρευνες που είχαν δημοσιευτεί από την αρχή της πανδημίας μέχρι τον Ιούνιο του 2020. Από αυτές οι 8 είχαν εξετάσει τον κίνδυνο θανάτου από COVID-19 για τους ασθενείς με υπνική άπνοια, ενώ οι 10 είχαν επικεντρωθεί περισσότερο στη διάγνωση, τη θεραπεία και τη διαχείριση της υπνικής άπνοιας. Αν και ο αριθμός των ερευνών δεν είναι μεγάλος, υπάρχουν αρκετά δεδομένα που δείχνουν ότι αρκετοί ασθενείς που εισάγονται στη ΜΕΘ πάσχουν από υπνική άπνοια, ενώ στους διαβητικούς η παρουσία της νόσου αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου που συνδέεται με χειρότερη πρόγνωση από COVID-19. Μία από τις μεγαλύτερες έρευνες που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη εξέτασε ασθενείς με διαβήτη. Όπως διαπίστωσε, οι διαβητικοί ασθενείς που πάσχουν από υπνική άπνοια και νοσηλεύονται για COVID-19 έχουν 2.8 φορές αυξημένη θνησιμότητα σε σχέση με τους διαβητικούς που δεν έχουν υπνική άπνοια.

Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, το 85% των περιστατικών υπνικής άπνοιας παραμένουν αδιάγνωστα. Καθώς τα ποσοστά της παχυσαρκία αυξάνονται ετησίως, οι επιστήμονες της μελέτης πιστεύουν ότι το ίδιο ισχύει και με τα ποσοστά υπνικής άπνοιας. Η μελέτη έδειξε επίσης ότι η πανδημία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τα ποσοστά διάγνωσης τόσο της υπνικής άπνοιας όσο και άλλων διαταραχών του ύπνου.

«Καθώς δεν γνωρίζουμε τα ακριβή ποσοστά της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας στον πληθυσμό, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ποιος είναι ο αριθμός των ασθενών που είχαν χειρότερη πορεία από τον COVID-19 εξ’ αιτίας της παραπάνω νόσου», δήλωσε η Dr Michelle Miller, επικεφαλής της έρευνας από το Warwick Medical School.

«Ο COVID-19 αυξάνει το οξειδωτικό στρες και ενισχύει τη φλεγμονή, ενώ επηρεάζει και τις οδούς της βραδυκινίνης. Οι παραπάνω παράγοντες επηρεάζονται στο σύνολό τους και από την αποφρακτική υπνική άπνοια. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές των παραπάνω παραγόντων, είναι λογικό να εμφανίζεται χειρότερη νόσηση από τον COVID-19», συμπλήρωσε.

Η θεραπεία της υπνικής άπνοιας με τη χρήση της συσκευής CPAP (continuous positive airway pressure) μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην αντιμετώπιση των παραπάνω επιδράσεων.

Οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι είναι σημαντικό για τους ασθενείς που έχουν ιστορικό διάγνωσης υπνικής άπνοιας να κατανοήσουν ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο από τον COVID-19 και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης. Θα πρέπει επίσης να γίνουν περαιτέρω έρευνες με σκοπό να διαπιστωθεί αν οι παραπάνω ασθενείς θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις ευπαθείς ομάδες.

«Οι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η υπνική άπνοια αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να κάνουν τη θεραπεία που τους έχει συστήσει ο γιατρός και να λαμβάνουν όσο το δυνατόν περισσότερα μέτρα για την πρόληψη της μόλυνσης με τον ιό. Θα πρέπει επίσης να κάνουν εξετάσεις άμεσα σε περίπτωση που παρουσιάσουν συμπτώματα», κατέληξε η Miller.