Η πρώτη αναφορά στην εποχικότητα ορισμένων αναπνευστικών λοιμώξεων χρονολογείται στο 400 π.Χ., όταν ο Ιπποκράτης αναφέρθηκε στην επιδημία μίας λοίμωξης τους χειμερινούς μήνες. Έκτοτε, έχουν γίνει αρκετές έρευνες και έχουμε μάθει πλέον αρκετά σχετικά με την αύξηση στα περιστατικά των αναπνευστικών λοιμώξεων το χειμώνα. Ακόμα και πριν τον COVID-19, οι αναπνευστικές λοιμώξεις αποτελούσαν μία από τις σημαντικότερες απειλές για την παγκόσμια υγεία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με δεδομένα του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (WHO), η εποχική γρίπη προκαλεί σχεδόν 650.000 θανάτους ετησίως.

Σήμερα, γνωρίζουμε πλέον 9 ιούς του αναπνευστικού συστήματος οι οποίοι παρουσιάζουν εποχικότητα. Οι 3 από αυτούς (η γρίπη, οι κορονοϊοί και οι αναπνευστικός συγκυτιακός ιός ή RSV) παρουσιάζουν αύξηση των περιστατικών κατά τους χειμερινούς μήνες.

Η εποχικότητα των ιών αυτών, κατά πάσα πιθανότητα συνδέεται με τις αλλαγές στο κλίμα. Ωστόσο, η σύνδεση αυτή είναι πιθανώς πιο σύνθετη. Στην πραγματικότητα, τελευταία δεδομένα έχουν δείξει ότι η εποχικότητα των παραπάνω παθήσεων σχετίζεται περισσότερο με τη συμπεριφορά μας στους εσωτερικούς παρά στους εξωτερικούς χώρους.

Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι περνούν περισσότερο από το 90% του 24ώρου σε κλειστούς χώρους. Αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς τα κτίρια έχουν αλλάξει αρκετά τον τελευταίο αιώνα με αποτέλεσμα πλέον να έχουν συστήματα κεντρικής θέρμανσης και καλύτερη μόνωση από το εξωτερικό περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα, είμαστε περισσότερο αποκομμένοι από τις καθημερινές αυξομειώσεις της θερμοκρασίας, ιδιαίτερα το χειμώνα. Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι οι λοιμώξεις που μεταδίδονται αερογενώς, επηρεάζονται από τη θερμοκρασία και την υγρασία, τόσο σε ανοιχτούς όσο και σε κλειστούς χώρους.

Είναι προφανές ότι το χειμώνα, η θέρμανση στους κλειστούς χώρους δημιουργεί σημαντική διαφορά στη θερμοκρασία σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον. Ωστόσο, η θέρμανση των κτιρίων προκαλεί επίσης μείωση στα επίπεδα της σχετικής υγρασίας, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την μετάδοση των λοιμώξεων του αναπνευστικού. Στα περισσότερα σπίτια και δημόσια κτίρια, η σχετική υγρασία μειώνεται σε επίπεδα κάτω από το 24% κατά τους χειμερινούς μήνες. Τα δεδομένα δείχνουν, επομένως, ότι όταν ο ψυχρός αέρας χε χαμηλή υγρασία εισέρχεται σε ένα κλειστό χώρο και θερμαίνεται στους 20-24 βαθμούς Κελσίου, η υγρασία μειώνεται δραστικά.

Η χαμηλή υγρασία επιτρέπει την ευκολότερη εξάπλωση των παθογόνων που μεταδίδονται αερογενώς, μεταξύ των οποίων και ο SARS-CoV-2, ο ιός δηλαδή που ευθύνεται για τον COVID-19. Ο ζεστός, ξηρός αέρας περιορίζει επίσης την ικανότητα των κυττάρων στους ανώτερους αεραγωγούς να σταματούν τα σωματίδια του ιού, με αποτέλεσμα τα τελευταία να φτάνουν ευκολότερα στους πνεύμονες. Τέλος, έρευνες έχουν δείξει ότι και η ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αντιμετωπίζει τα διάφορα παθογόνα είναι μειωμένη στο ξηρό περιβάλλον.

Ανάγκη για Άμεση Δράση

Καθώς η πανδημία του COVID-19 συνεχίζεται και το καλοκαίρι πλησιάζει, τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον ιό θα πρέπει να προσαρμοστεί κατάλληλα στις νέες συνθήκες. Αρκετοί λοιμωξιολόγοι και ανοσοβιολόγοι ζητούν από τον WHO να εξετάσει περισσότερο τη σύνδεση ανάμεσα στην υγρασία και τη μετάδοση των ιών, μεταξύ των οποίων και ο SARS-CoV-2. Με τον τρόπο αυτό θα είναι πιθανώς δυνατό να οδηγηθούμε σε σαφείς οδηγίες σχετικά με το χαμηλότερο όριο υγρασίας στους κλειστούς χώρους.

Με τον τρόπο αυτό, θα μπορέσουμε να περιορίσουμε την εξάπλωση των παθογόνων και να προστατεύσουμε τους μαθητές, τους ασθενείς και ους εργαζομένους που περνούν αρκετό χρόνο σε κλειστούς χώρους καθημερινά. Αν και φυσικά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη μετάδοση των μικροβίων σε κλειστούς χώρους, από τα μέχρι τώρα δεδομένα φαίνεται ότι η υγρασία αποτελεί σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει την εξάπλωση των λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος. Ο έλεγχος του αέρα στους κλειστούς χώρους είναι το επόμενο βήμα για την πρόληψη της εξάπλωσης του COVID-19.

Βιβλιογραφία: Scientific American

Φωτογραφία: Bill Smith