Ακόμα και αν νοσήσαμε από το νέο κορονοϊό, αυτό δεν διασφαλίζει ότι δεν είναι δυνατό να νοσήσουμε ξανά από COVID-19 μέλλον.

Αν και ο SARS-CoV-2 έχει συγκεντρώσει σήμερα τα φώτα της δημοσιότητας, υπάρχουν αρκετοί άλλοι κορονοϊοί που γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες, οι οποίοι μπορούν να μολύνουν τον άνθρωπο και παρουσιάζουν εποχικότητα.

Οι 4 αυτοί εποχικοί κορονοϊοί έχουν μελετηθεί εκτενώς τα τελευταία 35 χρόνια και έχει διαπιστωθεί ότι είναι δυνατό να υπάρχουν επαναμολύνσεις από αυτούς, οι οποίες εμφανίζονται συνήθως με διαφορά ενός έτους.

Αν και αυτό δεν αποδεικνύει ότι θα συμβεί το ίδιο και με τον SARS-CoV-2, αποτελεί σίγουρα ένδειξη ότι κατά πάσα πιθανότητα θα είναι αδύνατο να επιτευχθεί μακροχρόνια ανοσία στον ιό.

Μία νέα έρευνα εξέτασε 513 δείγματα του ορού από 10 υγιείς άνδρες που συνελέχθησαν από τη δεκαετία του 1980. Χρησιμοποιώντας τα δείγματα αυτά, οι επιστήμονες κατάφεραν να παρακολουθήσουν τις διακυμάνσεις στα επίπεδα των αντισωμάτων για τους 4 εποχικούς κορονοϊούς.

Κάθε απότομη αύξηση στα επίπεδα των αντισωμάτων αποδόθηκε σε επαναμόλυνση. Για καθένα από τους 4 κορονοϊούς που εξετάστηκαν (HCoV-NL63, HCoV-229E, HCoV-OC43 και HCoV-HKU1), οι επιστήμονες διαπίστωσαν 3-17 επαναμολύνσεις σε κάθε ασθενή.

Ορισμένες λοιμώξεις εμφανίστηκαν ακόμα και μόλις 6 μήνες μετά την αρχική λοίμωξη, ωστόσο συνήθως το διάστημα μεταξύ των επαναμολύνσεων ήταν 12 μήνες, γεγονός που δείχνει ότι η προστατευτική ανοσία για τους κορονοϊούς έχει μικρή διάρκεια.

Σήμερα, έχουν επιβεβαιωθεί ελάχιστα περιστατικά επαναμόλυνσης με τον SARS-CoV-2, ωστόσο καθώς τα περιστατικά που έχουν αναφερθεί είναι αρκετά, η διάρκεια της ανοσίας για τον COVID-19 δεν είναι ακόμα γνωστή.

Κατά συνέπεια, προκειμένου να εκτιμήσουμε πόσο διαρκεί η ανοσία του SARS-CoV-2 θα πρέπει να στραφούμε στους άλλους κορονοϊους. Η παρούσα μελέτη που εξέτασε δεδομένα 35 ετών ουσιαστικά έδειξε ότι η ανοσία για τους κορονοϊούς είναι παροδική και έχει μικρή διάρκεια. Επιπλέον, οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι οι επαναμολύνσεις αποτελούν συχνό φαινόμενο στους κορονοϊούς που επηρεάζουν τον άνθρωπο.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι εξέτασε μόνο τα επίπεδα των αντισωμάτων. Οι επιστήμονες ουσιαστικά συνέδεσαν κάθε αύξηση στα επίπεδα αντισωμάτων με μία νέα μόλυνση.

Το δείγμα που εξετάστηκε δεν ήταν επίσης πολύ μεγάλο, επομένως τα αποτελέσματα αυτά θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερους πληθυσμούς.

Ωστόσο, η έρευνα είχε και αρκετά πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες μελέτες. Το σημαντικότερο από αυτά είναι ότι οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα αίματος ανεξαρτήτως αν οι ασθενείς είχαν συμπτώματα. Το γεγονός αυτό επέτρεψε τη διάγνωση επαναμολύνσεων, ακόμα και όταν αυτές δεν προκάλεσαν συμπτώματα.

Πρόσφατες έρευνες οι οποίες εξέτασαν την ανοσία για τον SARS-CoV-2 διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων αρχίζουν να μειώνονται μέσα σε 2 μήνες από τη λοίμωξη, ιδιαίτερα σε περιστατικά με ήπια νόσηση. Αυτό ουσιαστικά συμφωνεί με τις παρατηρήσεις της παρούσας μελέτης.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα αίματος από τους εθελοντές κάθε 3 μήνες πριν και κάθε 6 μήνες μετά το 1989. Όπως διαπιστώθηκε, οι περισσότερες λοιμώξεις από κορονοϊούς εμφανίστηκαν το χειμώνα.

Επιπλέον, τα χαμηλότερα ποσοστά μολύνσεων παρατηρήθηκαν τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, γεγονός που ουσιαστικά επιβαβαιώνει ότι ο ψυχρός καιρός διευκολύνει την εξάπλωση των κορονοϊών κατά που κατά πάσα πιθανότητα ισχύει και για τον SARS-CoV-2.

Στο ίδιο συμπέρασμα έχουν καταλήξει και άλλες μελέτες για τους κορονοϊούς, οι οποίες έδειξαν ότι τα ποσοστά των λοιμώξεων περιορίζονται το καλοκαίρι.

Καθώς ο χειμώνας πλησιάζει στο Βόρειο Ημισφαίριο, οι παρατηρήσεις της παρούσας έρευνας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές υπό το πρίσμα της παρούσας πανδημίας.

Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε ακόμα αν ο SARS-CoV-2 συμπεριφέρεται όπως οι εποχικοί κορονοϊοί. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο προσεκτικοί καθώς δεν είναι βέβαιο ότι η λοίμωξη με τον ιό προσφέρει ανοσία μακροπρόθεσμα.

Τα διαθέσιμα δεδομένα αυτή τη στιγμή δείχνουν ότι, ακόμα κι αν ανακαλυφθεί κάποιο αποτελεσματικό εμβόλιο, κατά πάσα πιθανότητα θα χρειάζεται τακτικές ενισχυτικές δόσεις, όπως συμβαίνει και με το εμβόλιο της γρίπης.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine.