Σύμφωνα με έναν αντιπρόσωπο του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (WHO), η μετάδοση του SARS-CoV-2 από ασυμπτωματικούς φορείς είναι σχετικά σπάνια.

«Από τα διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται ότι ένας ασυμπτωματικός φορέας του ιού, σπάνια τον μεταδίδει σε άλλα άτομα», δήλωσε η Maria Van Kerkhove, PhD, λοιμωξιολόγος και επικεφαλής στο τεχνικό τμήμα του WHO που ασχολείται με τον COVID-19.

Η παραπάνω δήλωση ακολούθησε τη δημοσίευση μίας ανάλυσης στο Annals of Internal Medicine που έδειξε ότι σχεδόν το 40-45% των περιστατικών του COVID-19 είναι ασυμπτωματικοί. Ο Daniel P. Oran και ο Eric Topol, επικεφαλής της παραπάνω έρευνας, δήλωσαν: «Καθώς το 40-45% των ασθενών που μολύνονται με SARS-CoV-2 είναι ασυμπτωματικοί, αυτό σημαίνει ότι ο ιός μπορεί να εξαπλώνεται ευκολότερα στον πληθυσμό χωρίς να γίνεται αντιληπτός».

Η Van Kerkhove αναφέρθηκε επίσης και στα τελευταία δεδομένα που δημοσίευσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σχετικά με τη μετάδοση του ιού από ασυμπτωματικούς, προσυμπτωματικούς και συμπτωματικούς ασθενείς.

Η επιστήμονας αναφέρθηκε μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της παραπάνω ανάλυσης: «Είναι δύσκολο να γίνουν λεπτομερείς μελέτες σχετικά με τη μετάδοση του ιού από ασυμπτωματικούς φορείς, ωστόσο τα διαθέσιμα δεδομένα από τις χώρες-μέλη δείχνουν ότι ο ιός μεταδίδεται κυρίως από ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα».

Στην έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine, οι δύο παραπάνω επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από ασυμπτωματικούς φορείς σε 16 πληθυσμούς από τις 19 Απριλίου μέχρι τις 26 Μαΐου.

Εξετάζοντας δεδομένα από την Ισλανδία, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το 43% των ασθενών που είχαν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 δεν παρουσίασαν συμπτώματα από τον ιό. Στην Ιταλία, το 41.1% των ασθενών που είχαν θετικές εξετάσεις δεν παρουσίασε συμπτώματα, ενώ αντίστοιχα ποσοστά παρατηρήθηκαν και στο Σαν Φρανσίσκο (52.7%).

783 Έλληνες που επέστρεψαν στη χώρα από την Ισπανία, την Τουρκία και τη Μεγάλη Βρετανία είχαν θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2. Από αυτούς, το 87.5% δεν παρουσίασε συμπτώματα για τον COVID-19. Αντίστοιχα, 565 Ιάπωνες που έφυγαν από το Wuhan είχαν επίσης σημαντικό ποσοστό ασυμπτωματικών φορέων (30.8%).

Οι επιστήμονες εξέτασαν αρκετούς άλλους πληθυσμούς καταλήγοντας σε παρόμοια αποτελέσματα.

Κατά την αναφορά των αποτελεσμάτων τους, ο Oran και ο Topol δήλωσαν ότι είναι δύσκολο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στους ασυμπτωματικούς και τους προσυμπτωματικούς. «Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έρευνες μεγάλης διάρκειας και συνεχή παρακολούθηση των ασθενών», ωστόσο μόλις 5 από τις 16 έρευνες που εξέτασαν είχαν δεδομένα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο Seth Trueger, MD, ένας καθηγητής επείγουσας ιατρικής στο Northwestern University του Σικάγο, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, τόνισε ότι η τελευταία ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη καθώς για πρώτη φορά μπορούμε να δούμε συνολικά όλα τα δεδομένα.

«Πιστεύω είναι σαφές από την αρχή της πανδημίας ότι υπάρχει κάποιο ποσοστό ασυμπτωματικής και προσυμπτωματικής μετάδοσης», είπε ο Trueger. «Στα νοσοκομεία, ευτυχώς καταλάβαμε νωρίς το συγκεκριμένο πρόβλημα και εφαρμόσαμε άμεσα μέτρα όπως η υποχρεωτική χρήση μάσκας και ο περιορισμός των επισκεπτών».

Ο ίδιος τόνισε επίσης ότι η πίεση χρόνου και ο περιορισμένος αριθμός εξετάσεων έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δύσκολη τη διεξαγωγή ερευνών για τη μετάδοση του SARS-CoV-2 από ασυμπτωματικούς φορείς. «Ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες, η ανάλυση των επιδημιολογικών δεδομένων για τον πληθυσμό των ασυμπτωματικών φορέων είναι ιδιαίτερα δύσκολη», πρόσθεσε ο Trueger.

Ένας άλλος σημαντικός περιορισμός είναι η διαγνωστική εξέταση που χρησιμοποιείται. Η PCR σε ρινοφαρυγγικά δείγματα μπορεί μεν να ανιχνεύσει τμήματα του ιικού RNA, ωστόσο η παρουσία τους δεν συνεπάγεται πάντοτε λοίμωξη.

Αν τελικά αποδειχθεί ότι το ποσοστό των ασυμπτωματικών φορέων είναι ακόμα υψηλότερο, τότε πιθανώς η θνησιμότητα του COVID-19 θα είναι χαμηλότερη απ’ όσο πιστεύουμε σήμερα. Οι επιστήμονες συμφώνησαν, ωστόσο, ότι ακόμα κι αν ο αριθμός των ασυμπτωματικών φορέων είναι ιδιαίτερα υψηλός, απέχουμε πολύ από την ανοσία της αγέλης.

Βιβλιογραφία: Medscape