Σύμφωνα με μία ανακοίνωση του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (WHO) που δημοσιεύτηκε το Σάββατο, δεν υπάρχουν δεδομένα αυτή τη στιγμή που να δείχνουν ότι οι ασθενείς που νόσησαν από COVID-19 έχουν ανοσία και δεν μπορούν να νοσήσουν από τον ιό στο μέλλον.

Η ίδια ανακοίνωση υποστηρίζει επίσης ότι η έκδοση «διαβατηρίων ανοσίας» που εξετάζεται από ορισμένες χώρες μπορεί να διευκολύνει την εξάπλωση του ιού.

«Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή δεδομένα που να δείχνουν ότι οι ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 και έχουν αντισώματα, είναι προστατευμένοι από μελλοντικές λοιμώξεις με τον ίδιο ιό», υποστήριξε ο WHO.

«Μέχρι τις 24 Απριλίου 2020 δεν έχει δημοσιευτεί κάποια έρευνα που να δείχνει αν η παρουσία αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 μπορεί να προσφέρει ανοσία και να προστατεύσει τον ασθενή από μία μελλοντική λοίμωξη με τον ιό στον άνθρωπο».

Ορισμένες χώρες, θέλοντας να επιστρέψουν στην κανονικότητα και να επιτρέψουν στην οικονομία τους να ανακάμψει, εξετάζουν την έκδοση εγγράφων που θα πιστοποιούν την ανοσία ενός ατόμου. Η ανοσία αυτή θα διαπιστώνεται με ορολογικές εξετάσεις που θα δείχνουν ότι το άτομο έχει αντισώματα για τον ιό στο αίμα.

Ωστόσο, όπως προειδοποίησε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η αποτελεσματικότητα της ανοσοποίησης από την παρουσία των αντισωμάτων δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Κατά συνέπεια, με τα διαθέσιμα δεδομένα αυτή τη στιγμή θα είναι λάθος να εκδοθούν «διαβατήρια ανοσίας» ή «πιστοποιητικά απουσίας κινδύνου».

«Σε αυτό το σημείο της πανδημίας δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ανοσίας έτσι ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί η παραπάνω προσέγγιση. Τα άτομα που πιστεύουν ότι έχουν ανοσία στον ιό επειδή είχαν μία θετική εξέταση στο παρελθόν μπορεί να σταματήσουν τα τηρούν τα μέτρα ατομικής προστασίας», υποστήριξε ο WHO.

«Η χρήση των παραπάνω πιστοποιητικών μπορεί, επομένως, να αυξήσει τον κίνδυνο περαιτέρω εξάπλωσης της πανδημίας».

Ο WHO τόνισε επίσης ότι οι ορολογικές εξετάσεις που χρησιμοποιούνται σήμερα θα πρέπει να ελεγχθούν ως προς την ακρίβεια και την αξιοπιστία τους.

Ειδικότερα, οι εξετάσεις αυτές θα πρέπει να μπορούν να ξεχωρίσουν την ανοσιακή απόκριση για τον SARS-CoV-2 με βάση τα αντισώματα που παράγονται από τους υπόλοιπους 6 γνωστούς κορονοϊούς, 4 από τους οποίους κυκλοφορούν ευρέως σήμερα και προκαλούν ήπια συμπτώματα κρυολογήματος.

Οι άλλοι δύο ιοί είναι ο MERS και ο SARS οι οποίοι προκάλεσαν μικρές επιδημίες στο παρελθόν.

«Οι ασθενείς που έχουν νοσήσει με κάποιον από τους παραπάνω κορονοϊούς έχουν αντισώματα που μοιάζουν με αυτά που παράγονται ως απόκριση στον SARS-CoV-2. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι είναι σημαντικό να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα αντισώματα αυτά», κατάληξε ο WHO.