Η υδροξυχλωροκίνη δεν μειώνει τον κίνδυνο λοίμωξης μετά την έκθεση σε επιβεβαιωμένα κρούσματα του COVID-19, σύμφωνα με δεδομένα από μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo κλινική δοκιμή πρόληψης.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 821 ασυμπτωματικοί εθελοντές από διάφορες περιοχές των ΗΠΑ και του Καναδά. Τα αποτελέσματα της έρευνας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο David R. Boulware, δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine.

Οι επιστήμονες εξέτασαν εθελοντές που είχαν έρθει σε επαφή με ένα επιβεβαιωμένο κρούσμα του COVID-19 σε απόσταση μικρότερη από 2 μέτρα για περισσότερο από 10 λεπτά στο σπίτι ή στην εργασία.

Μέσα σε 4 ημέρες από την παραπάνω έκθεση, οι εθελοντές χωρίστηκαν τυχαία σε 2 ομάδες εκ των οποίων η μία έλαβε placebo ενώ η άλλη υδροξυχλωροκίνη (800mg αρχική δόση, 600mg σε 6-8 ώρες και τέλος 600mg ημερησίως για 4 ημέρες). Η έρευνα εξέτασε τα ποσοστά εργαστηριακά επιβεβαιωμένης νόσου ή τη νόσηση με συμπτώματα που παραπέμπουν σε COVID-19 μέσα σε 14 ημέρες.

Συνολικά, 719 από τους 821 εθελοντές (87.6%) ανέφεραν ότι είχαν επαφή αυξημένου κινδύνου με ένα επιβεβαιωμένο κρούσμα του ιού, δηλαδή δεν φορούσαν μάσκα.

Ο αριθμός των ασθενών που τελικά εμφάνισε συμπτώματα COVID-19 δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά ανάμεσα στην ομάδα που έλαβε placebo (49 στους 414) και την ομάδα που έλαβε υδροξυχλωροκίνη (58 στους 407). Η απόλυτη διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες σύμφωνα με τους ερευνητές ήταν μάλιστα μόλις 2.4%.

Ωστόσο, οι ασθενείς που έπαιρναν υδροξυχλωροκίνη παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε πολύ υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με την ομάδα που έπαιρνε placebo (40.1% έναντι 16.8%).

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε την έρευνα, ο Myron S. Cohen, MD, από το Institute for Global Health and Infectious Diseases του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, τόνισε ότι αυτή τη στιγμή διεξάγονται συνολικά 203 έρευνες για την υδροξυχλωροκίνη, εκ των οποίων οι 60 ασχολούνται με τη χρησιμότητα του φαρμάκου στην πρόληψη.

Έθεσε επίσης το ερώτημα αν τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης πρέπει να επηρεάσουν τις μελλοντικές έρευνες για την υδροξυχλωροκίνη.Τόνισε, ωστόσο, ότι η έρευνα είχε κάποιες μεθοδολογικές ατέλειες, επομένως δεν αποτελεί απόδειξη για τις επιδράσεις του φαρμάκου.

Μία από τις ενστάσεις του ήταν ότι οι ερευνητές δεν γνώριζαν με βεβαιότητα ότι οι ασθενείς εκτέθηκαν πράγματι στον ιό, ενώ σε αρκετούς από αυτούς δεν έγιναν εργαστηριακές εξετάσεις για να επιβεβαιωθεί ότι τα συμπτώματά τους αποδίδονται στον COVID-19.

«Καθώς οι ασθενείς ανέφεραν μόνοι τους τα συμπτώματα που παρουσίασαν, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν πράγματι είχαν COVID-19. Επιπλέον, οι ερευνητές δεν κατάφεραν να επιβεβαιώσουν ότι οι εθελοντές ακολούθησαν τη φαρμακευτική αγωγή επακριβώς, ιδιαίτερα στην ομάδα που έλαβε υδροξυχλωροκίνη».

Πρόσθεσε επίσης ότι οι εθελοντές ήταν γενικά νεαροί (μέση ηλικία 40) και είχαν λιγότερα υποκείμενα νοσήματα σε σχέση με το μέσο ασθενή που νοσεί από COVID-19.

«Προς το παρόν φαίνεται ότι η υδροξυχλωροκίνη δεν μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της νόσου», κατέληξε ο Cohen.

Βιβλιογραφία: Medscape