Το 1976, όταν νεοσύλλεκτοι στο Fort Dix του New Jersey άρχισαν να νοσούν από μία μολυσματική μορφή της γρίπης, ο λοιμωξιολόγος William Schaffner, MD, έμαθε ένα σημαντικό μάθημα σχετικά με τους κινδύνους από την προετοιμασία για μία επερχόμενη πανδημία. Οι εργαστηριακές αναλύσεις ανέδειξαν ένα νέο στέλεχος γρίπης, το οποίο ομοίαζε αρκετά με αυτό που προκάλεσε την πανδημία της Ισπανικής Γρίπης το 1918. Αν και το παθογόνο δεν είχε βγει ακόμα από το στρατόπεδο, ο φόβος για μία νέα πανδημία είχε ήδη αρχίσει να αναδύεται.

Ο Schaffner, ο οποίος εργαζόταν την εποχή εκείνη στο Vanderbilt University School of Medicine, θυμάται ότι ο μέντοράς του, ο παιδιατρικός ιολόγος David Karzon, ταξίδεψε στο CDC της Ατλάντας εκείνη την εποχή και επέστρεψε πολύ αναστατωμένος. Οι επιστήμονες του CDC παρουσίασαν το σχέδιο μαζικού εμβολιασμού που είχαν αναπτύξει, ωστόσο ήταν προφανές ότι είχαν αποφασίσει ήδη την πορεία που θα ακολουθήσουν.

Ο πρόεδρος Gerald Ford, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν εν μέσω μίας πολιτικής αναμέτρησης ενάντια στον Ronald Reagan, υποσχέθηκε ότι θα προστατεύσει τους πολίτες. Ωστόσο, αρκετούς μήνες αργότερα, όταν πλέον ήταν σαφές ότι η γρίπη αυτή δεν πρόκειται να εξελιχθεί σε πανδημία, το σχέδιο μαζικού εμβολιασμού που είχε προετοιμάσει το CDC έγινε γνωστό ως «το φιάσκο της γρίπης των χοίρων» (“the swine flu fiasco”). Το Δεκέμβριο του 1976, ο εμβολιασμός σταμάτησε απότομα, ωστόσο 45 εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν ήδη λάβει το εμβόλιο για τον ιό της γρίπης Η1Ν1 που είχε αναπτυχθεί. Περίπου 450 από αυτούς παρουσίασαν μία σπάνια νευρολογική νόσο, το σύνδρομο Guillain-Barré, ωστόσο ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουμε αν το εμβόλιο προκάλεσε την παραπάνω νόσο.

Μετά το πέρας της κρίσης, το CDC ανέλυσε κάθε απόφαση που είχε ληφθεί. Μήπως ο μαζικός εμβολιασμός ξεκίνησε πολύ νωρίς; Έπρεπε να είχαν επανεξετάσει το σχέδιό τους; Μήπως θα έπρεπε να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια σχετικά με τη λήψη αποφάσεων;

Σήμερα, καθώς ο COVID-19 έχει προκαλέσει ήδη περισσότερους από 1 εκατομμύριο θανάτους παγκοσμίως, αρκετοί άνθρωποι προσδοκούν ένα εμβόλιο πιστεύοντας ότι θα επιτρέψει την επιστροφή στην κανονικότητα. Ωστόσο, καθώς οι φαρμακευτικές εταιρίες έχουν ήδη ξεκινήσει τη μαζική παραγωγή εμβολίων πριν ακόμα ολοκληρωθούν οι κλινικές δοκιμές τους, βλέπουμε ότι η ιστορία μπορεί να μας προσφέρει σημαντικά μαθήματα.

Η επιτυχία ή αποτυχία ενός εμβολίου εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα την επιστήμη πίσω από την ανάπτυξή του, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, το χρόνο που χορηγείται αλλά και την αντίληψη του κοινού για το εμβόλιο. Το 2009, όταν ένας νέος ιός της γρίπης των χοίρων έκανε την εμφάνισή του και εκτιμήθηκε ότι μπορεί να εξελιχθεί σε πανδημία, η κυβέρνηση Obama υποστήριξε ότι θα έχουν παραχθεί 160 εκατομμύρια δόσεις του εμβολίου μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου. Η πρόβλεψη αυτή σύντομα διορθώθηκε στις 40 εκατομμύρια δόσεις και τελικά κυκλοφόρησαν μόλις 28 εκατομμύρια. Τον Ιανουάριο, είχαν παραχθεί πλέον αρκετές δόσεις, ωστόσο η ζήτηση του εμβολίου είχε περιοριστεί σημαντικά.

«Είναι προτιμότερο να δεσμευόμαστε για μικρό αριθμό δόσεων και τελικά να παράγουμε περισσότερες», είπε ο Schaffner, ο οποίος είναι σήμερα καθηγητής στο Vanderbilt.

Πότε θα έχουμε ένα Εμβόλιο για τον COVID-19;

Η παραγωγή ενός εμβολίου για τον COVID-19 φαίνεται ότι θα γίνει σε χρόνο-ρεκόρ. Το “Operation Warp Speed”, όπως ονομάστηκε το πλάνο για την ανάπτυξη ενός εμβολίου στις ΗΠΑ, έχει ήδη χρηματοδοτήσει την παραγωγή 800 εκατομμυρίων δόσεων εμβολίων από 6 φαρμακευτικές εταιρίες, ορισμένες από τις οποίες έχουν χρησιμοποιήσει νέες μεθόδους για την ανάπτυξη εμβολίων. Μάλιστα, 80 εκατομμύρια δόσεις αναμένεται να είναι έτοιμες πριν το τέλος του χρόνου.

Ο επικεφαλής της επιτροπής ειδικών του Operation Warp Speed, Moncef Slaoui, PhD, υποστήριξε ότι η ταχεία ανάπτυξη του εμβολίου ενέχει αρκετούς οικονομικούς και λογιστικούς κινδύνους, χωρίς να υπάρχει διακύβευμα για την ασφάλεια ή αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Ουσιαστικά, έχουν παρακαμφθεί γραφειοκρατικά εμπόδια, με αποτέλεσμα να κερδίζουμε πολύτιμο χρόνο ανάμεσα στις διάφορες φάσεις των κλινικών δοκιμών.

Ωστόσο, παρά την ταχεία ανάπτυξη του εμβολίου, η διανομή του στον πληθυσμό αποτελεί επίσης εμπόδιο. Για παράδειγμα, πώς θα ενημερώνονται τα μέλη της κοινότητας ότι πρέπει να κάνουν το εμβόλιο; Αντίστοιχες συζητήσεις είχαν γίνει σχεδόν 10 χρόνια πριν, όταν προσπαθούσαμε να οργανώσουμε τη διανομή του εμβολίου για τον Η1Ν1. Τελικά, τα προβλήματα στη χρηματοδότηση, καθώς και οι μειώσεις του προσωπικού των νοσοκομείων είχαν σταθεί εμπόδιο στον ταχύ εμβολιασμό του πληθυσμού.

Τι Άλλο έχει Αλλάξει

Σήμερα, καθώς όλο και περισσότερα δεδομένα για τους ασθενείς βρίσκονται πλέον σε ηλεκτρονική μορφή, μπορούμε πλέον να γνωρίζουμε ευκολότερα ποιος έχει κάνει το εμβόλιο. Αρκετά από τα εμβόλια που εξετάζονται σήμερα σε κλινικές δοκιμές απαιτούν 2 δόσεις, επομένως θα πρέπει να γνωρίζουμε σε πραγματικό χρόνο πόσες δόσεις έχει κάνει το κάθε άτομο.

Ωστόσο, οι προκλήσεις στην αποτελεσματική διανομή ενός εμβολίου δεν σταματούν εκεί. Το 2009, η φαρμακευτική εταιρία McKesson παρήγαγε σχεδόν 81 εκατομμύρια δόσεις ενός εμβολίου για τον Η1Ν1, οι οποίες έφτασαν σε 90.000 περιοχές, ωστόσο οι τοπικές υγιειονομικές αρχές αντιμετώπισαν σημαντικές δυσκολίες στη διανομή του εμβολίου. Συγκεκριμένα, οι γιατροί δυσκολεύτηκαν να προσδιορίσουν ποιες είναι οι ευπαθείς ομάδες, ενώ αρκετά άτομα που δεν ανήκουν σε αυτές ζητούσαν να εμβολιαστούν.

Αντίστοιχα προβλήματα αναμένεται να παρουσιαστούν και στη διανομή του εμβολίου για τον COVID-19.

Για παράδειγμα, όταν αρχίσει ο εμβολιασμός, αυτός θα γίνεται μόνο από γιατρούς ή θα μπορεί να γίνει και από φαρμακοποιούς; Το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech, το οποίο βρίσκεται σήμερα στα τελευταία στάδια των κλινικών δοκιμών, διατηρείται σε θερμοκρασία -70°C, γεγονός που θα περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τη διαθεσιμότητά του, εφόσον εγκριθεί.

Όπως έχει συμβεί με κάθε άλλη πανδημία, ο COVID-19 θα δοκιμάσει τα συστήματα υγείας παγκοσμίως.

Οι Αποφάσεις για το Εμβόλιο του COVID-19 θα Επηρεάσουν την Εμπιστοσύνη του Κοινού Μακροπρόθεσμα

Το 1978, ο Harvey Fineberg, MD, PhD, και ο Richard Neustadt, κλήθηκαν να αξιολογήσουν την απόκριση του CDC στη γρίπη των χοίρων. Οι δύο επιστήμονες επικεντρώθηκαν περισσότερο στο μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε η υπόληψη του CDC.

Το μεγαλύτερο πλήγμα, ωστόσο, σημειώθηκε στην αντίληψη του κοινού αναφορικά με τα μέτρα πρόληψης, η οποία παρέμεινε χαμηλή για αρκετά χρόνια. Σταδιακά, η εμπιστοσύνη του πληθυσμού στα εμβόλια επανήλθε και το 2010, το CDC έβγαλε μία οδηγία μέσω της οποίας υποστήριξε ότι όλοι πρέπει να κάνουν ετησίως το εμβόλιο της γρίπης.

Η πανδημία του COVID-19 φαίνεται ότι θα κάνει αρκετούς ανθρώπους πιο επιφυλακτικούς αναφορικά με τα εμβόλια. Αυτό αποδίδεται στην πολιτικοποίηση των τελευταίων τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται από διάφορους αρχηγούς κρατών προκειμένου να επιτύχουν πολιτικές σκοπιμότητες.

Καθώς το κοινό αντιλαμβάνεται το παραπάνω γεγονός, η εμπιστοσύνη στα εμβόλια φθίνει. Για παράδειγμα, μία πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι μόλις το 13% του πληθυσμού σκοπεύει να κάνει εμβόλιο του COVID-19 αμέσως μόλις κυκλοφορήσει. Όπως συνέβη και με το εμβόλιο της γρίπης του 1976, οι ανησυχίες σχετικά με τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες του εμβολίου αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα που θα μπει εμπόδιο στο μαζικό εμβολιασμό.

Σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς, η επιτυχία ή αποτυχία του εμβολίου για τον COVID-19 θα επηρεάσει σημαντικά την εμπιστοσύνη του κοινού και για τα εμβόλια του μέλλοντος, επομένως δεν πρέπει να γίνουν εκπτώσεις.

Βιβλιογραφία: Medscape