Η πανδημία του COVID-19 έχει προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στην εκπαίδευση παγκοσμίως. Αυτή τη στιγμή, καθώς οι περισσότερες χώρες προετοιμάζονται για την έναρξη του σχολικού έτους, τίθενται αρκετά ερωτήματα αναφορικά με το ασφαλές άνοιγμα των σχολείων. Ο κύριος στόχος είναι να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος για την υγεία, προσπαθώντας παράλληλα να μην διαταραχθεί σημαντικά η διδασκαλία στα σχολεία. Είναι προφανές ότι τα μέτρα που θα εφαρμοστούν θα πρέπει να βασίζονται στα διαθέσιμα δεδομένα αυτή τη στιγμή για τον SARS-CoV-2.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα παιδιά και οι έφηβοι (3-18 ετών) είναι δυνατό να νοσήσουν από COVID-19, ωστόσο συνήθως είναι ασυμπτωματικά ή παρουσιάζουν ήπια νόσηση. Αν και, όπως φαίνεται, τα παιδιά κινδυνεύουν λιγότερο σε σχέση με τους ενήλικες από τον ιό, κατά πάσα πιθανότητα μεταδίδουν τον ιό εξίσου εύκολα. Τελευταία δεδομένα από χώρες που έκαναν μερική ή ολική άρση των μέτρων, έχουν δείξει ότι τα ποσοστά των λοιμώξεων στα παιδιά και τους εφήβους αυξάνονται ταχύτερα σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά στους ενήλικες. Παρά το γεγονός ότι ο ιός μπορεί με εισέλθει στα σχολεία από την κοινότητα, στις χώρες που τα σχολεία ήδη λειτουργούν, όπου τηρήθηκαν αυστηρά τα μέτρα πρόληψης, η εξάπλωση του ιού στα σχολεία ήταν πολύ περιορισμένη. Στα σχολεία που σημειώθηκαν τοπικές επιδημίες υπήρχαν συνήθως υψηλά ποσοστά του ιού στην κοινότητα, χαμηλή συμμόρφωση με τα μέτρα πρόληψης και μη χρήση μάσκας. Στα σχολεία που εφαρμόστηκαν μέτρα πρόληψης για την εξάπλωση του ιού (αρκετά από τα οποία βρίσκονται σε Ευρωπαϊκές χώρες), το άνοιγμα των σχολείων δεν συνδέθηκε με αύξηση στα ποσοστά των λοιμώξεων στις τοπικές κοινότητες.

Τι μπορούν να κάνουν, επομένως, τα σχολεία; Προς το παρόν, τα διαθέσιμα δεδομένα έχουν αναδείξει 3 στρατηγικές πρόληψης.

Η ελαχιστοποίηση των νέων λοιμώξεων στο σχολείο μπορεί να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εξάπλωση του COVID-19. Η επαγρύπνηση για συγκεκριμένα συμπτώματα καθημερινά μπορεί να βοηθήσει στην έγκαιρη διάγνωση των νέων περιστατικών. Ωστόσο, αρκετά παιδιά ή ενήλικες είναι ασυμπτωματικοί. Συγκεκριμένα, το 15-50% των παιδιών και το 10-30% των ενηλίκων δεν παρουσιάζουν συμπτώματα κατά την αντιμετώπιση του ιού από το ανοσοποιητικό σύστημα (ασυμπτωματικοί φορείς) ή είναι μολυσματικοί 1-3 ημέρες πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων (προσυμπτωματικοί φορείς). Οι διαθέσιμες διαγνωστικές εξετάσεις σήμερα δεν έχουν την ικανότητα να ανιχνεύουν τις ασυμπτωματικές λοιμώξεις με μεγάλη ακρίβεια ούτε είναι ευρέως διαθέσιμες με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο μαζικός έλεγχος των παιδιών στο σχολείο. Κατά συνέπεια, ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για να περιοριστεί ο κίνδυνος εξάπλωσης της νόσου στα σχολεία είναι ο περιορισμός της διδασκαλίας δια ζώσης όταν υπάρχει σημαντική αύξηση των περιστατικών στην κοινότητα. Στις χώρες που κάνουν ήδη μαζικούς ελέγχους στον πληθυσμό, τα σχολεία άνοιξαν με αυστηρά μέτρα πρόληψης όταν τα περιστατικά του ιού έπεσαν σε λιγότερο από 30-50 ανά 100.000 κατοίκους. Τα σχολεία άνοιξαν χωρίς την εφαρμογή επιπλέον μέτρων μόνο σε χώρες όπου τα περιστατικά του ιού στην κοινότητα είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Όταν ανοίξουν τα σχολεία, είναι απαράιτητο να εφαρμοστούν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένουν να ελαχιστοποιηθεί η εξάπλωση του ιού. Ο SARS-CoV-2 μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων που περιέχουν σωματίδια του ιού και απελευθερώνονται με την αναπνοή, την ομιλία, το βήχα και το φτέρνισμα. Η ταχεία εξάπλωση των σταγονιδίων, τα οποία ακολούθως πέφτουν στις επιφάνειες, καθιστούν απαραίτητη την τήρηση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, τον τακτικό καθαρισμό των επιφανειών, τον καλό εξαερισμό στις τάξεις και το πλύσιμο των χεριών. Καθώς τα μικρότερα σταγονίδια μπορεί να παραμείνουν στον αέρα για μεγαλύτερη διάρκεια, ένας παράγοντας που επηρεάζει τον κίνδυνο μόλυνσης εκτός της απόστασης είναι η διάρκεια έκθεσης. Η μείωση του αριθμού των μαθητών σε μία τάξη και η χρήση μάσκας θεωρούνται απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού μέσα στην τάξη. Αν και ο ιός μεταδίδεται ευκολότερα αερογενώς σε κλειστούς χώρους, είναι δυνατό να μεταδοθεί και σε εξωτερικούς, επομένως τα αθλήματα (ιδιαίτερα αυτά που απαιτούν στενή επαφή) θα πρέπει να αποφεύγονται.

Είναι σημαντικό επίσης να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η δευτερογενής μετάδοσης του ιού. Ιδανικά, το κάθε τμήμα θα πρέπει να παραμένει σχετικά απομονωμένο από τα υπόλοιπα. Αν, επομένως, εμφανιστεί κρούσμα του ιού σε κάποιο μαθητή θα είναι ευκολότερο να γίνει ιχνηλάτηση και δεν θα χρειαστεί να κλείσει όλο το σχολείο.

Όσο χαμηλότερα είναι τα περιστατικά του ιού στην κοινότητα, τόσο περισσότερο μπορούμε να περιορίσουμε τα μέτρα πρόληψης στο σχολείο. Κατά συνέπεια, τα μέτρα πρόληψης για τον περιορισμό της διασποράς του ιού στην κοινότητα παραμένουν σημαντικά σε κάθε περιβάλλον κοινωνικής συνάθροισης.

Βιβλιογραφία: Science