Καθώς η αναζήτηση μίας θεραπείας για τον COVID-19 συνεχίζεται, οι ερευνητές στρέφονται πλέον σε παλαιά φάρμακα με σκοπό να διαπιστώσουν αν έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση της παραπάνω νόσου.

Αυτή τη στιγμή έχουν ξεχωρίσει περισσότερο η ρεμδεσιβίρη και η φαβιπιραβίρη, δύο αντιιικά φάρμακα που αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό του ιού, ωστόσο εξετάζονται αρκετά άλλα φάρμακα, ακόμα και μερικά .

Ένα διαφορετικό φάρμακο που εξετάζεται επίσης από ορισμένες έρευνες είναι και η θαλιδομίδη. Το φάρμακο αυτό είχε ενοχοποιηθεί στο παρελθόν για χιλιάδες συγγενείς ανωμαλίες σε έμβρυα. Οι μητέρες των βρεφών αυτών είχαν πάρει το φάρμακο για την αντιμετώπιση της πρωινής ναυτίας ανάμεσα στα έτη 1958 και 1962.

Παρά το προβληματικό παρελθόν του, ωστόσο, το φάρμακο χρησιμοποιείται ξανά τα τελευταία χρόνια και έχει ήδη εγκριθεί για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος (μίας μορφής καρκίνου του αίματος) αλλά και για ορισμένες επιπλοκές της λέπρας.

Η θαλιδομίδη είχε χρησιμοποιηθεί αρχικά ως ηρεμιστικό, ενώ αργότερα (στη δεκαετία του ’50 και του ’60) διαπιστώθηκε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει και την πρωινή ναυτία. Δυστυχώς, την εποχή εκείνη οι επιστήμονες δεν γνώριζαν ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και σπάνιες συγγενείς ανωμαλίες στα παιδιά, ιδιαίτερα στα άκρα, αλλά και σε άλλα όργανα του σώματος.

Ωστόσο, η θαλιδομίδη έχει αρκετές διαφορετικές επιδράσεις στον οργανισμό και αυτός είναι ο λόγος που εξετάζεται ως θεραπεία για τον COVID-19. Για παράδειγμα, μπορεί να αναστείλει τη φλεγμονώδη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα αποτελεσματική για την αντιμετώπιση των φλεγμονωδών παθήσεων, μεταξύ των οποίων και η λέπρα. Η θαλιδομίδη μπορεί να αναστείλει επίσης το σχηματισμό νέων αγγείων, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση νεοπλασμάτων. Σήμερα, όπως προαναφέρθηκε, έχει εγκριθεί για τη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος.

Το φάρμακο έχει επίσης προστατευτική δράση για τους πνεύμονες και έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για τη θεραπεία της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης. Η τελευταία είναι μία απειλητική για τη ζωή νόσος κατά την οποία προκαλούνται βλάβες στις κυψελίδες, με αποτέλεσμα να σκληραίνουν και να διογκώνονται, γεγονός που δεν επιτρέπει τη φυσιολογική τους λειτουργία. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε εμφάνιση βήχα και δύσπνοιας.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι η θαλιδομίδη μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του βήχα και να περιορίσει τις βλάβες στους πνεύμονες. Όπως φαίνεται, το φάρμακο ασκεί τις παραπάνω επιδράσεις αποκλείοντας την φλεγμονώδη απόκριση.

Η θαλιδομίδη μπορεί ακόμα να αντιμετωπίσει τις πνευμονικές βλάβες που προκαλεί το φυτοφάρμακο Paraquat. Οι υψηλές δόσεις του τελευταίου είναι τοξικές και μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή στους πνεύμονες, γεγονός που οδηγεί σε ούλωση και έκπτωση της λετιουργικότητας. Έρευνες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η θαλιδομίδη μπορεί να περιορίσει τη φλεγμονώδη απόκριση στους πνευμονικούς ιστούς.

Μία έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι η θαλιδομίδη μπορεί να προστατεύσει από την πνευμονική λοίμωξη που προκαλεί ο H1N1 στα πειραματόζωα. Ο Η1Ν1 είναι ο ιός που ευθύνεται για την πανδημία της γρίπης του 2009. Η έρευνα αυτή παρατήρησε ότι η θαλιδομίδη βελτιώνει τα ποσοστά επιβίωσης στα ποντίκια που έχουν μολυνθεί με Η1Ν1 καθώς περιορίζει τη φλεγμονώδη απόκριση του οργανισμού.

Τα δεδομένα δείχνουν, επομένως ότι η θαλιδομίδη μπορεί να προστατεύσει τους πνεύμονες περιορίζοντας τη φλεγμονώδη απόκριση του οργανισμού, προλαμβάνοντας τις βλάβες στους πνευμονικούς ιστούς και ρυθμίζοντας τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Γνωρίζουμε ότι ο νέος κορονοϊός επηρεάζει τους πνεύμονες και προκαλεί συμπτώματα που ομοιάζουν πνευμονία τα οποία οδηγούν σε φλεγμονή, δύσπνοια και δυσκολίες στη μεταφορά του οξυγόνου στους ιστούς.

Ορισμένες ερευνητικές ομάδες θέλησαν να εξετάσουν αν η θαλιδομίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση του COVID-19, καθώς μπορεί να προστατεύσει τους πνεύμονες. Καθώς το φάρμακο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν και έχει ήδη εγκριθεί, γνωρίζουμε αρκετά σχετικά με τις δοσολογίες του και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να προκαλέσει.

Οι Επιστήμονες είναι Ακόμα Επιφυλακτικοί

Πρώιμα δεδομένα έδειξαν ότι η θαλιδομίδη σε συνδυασμό με γλυκοκορτικοειδή (τα οποία περιορίζουν την ανοσιακή απόκριση και τη φλεγμονή) κατάφερε να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα της πνευμονίας σε έναν ασθενή με COVID-19. Ωστόσο, η έρευνα αυτή ακόμα δεν έχει αξιολογηθεί.

Αυτή τη στιγμή διεξάγεται μία κλινική δοκιμή στην Κίνα η οποία εξετάζει αν η θαλιδομίδη μπορεί να αντιμετωπίσει τη μέτρια ή σοβαρή πνευμονία από COVID-19. Οι ασθενείς έχουν χωριστεί σε δύο ομάδες εκ των οποίων η μία λαμβάνει θαλιδομίδη ενώ η άλλη placebo. Καθώς το placebo δεν επηρεάζει την πορεία του COVID-19, οι γιατροί θα συγκρίνουν τα αποτελέσματα ανάμεσα στους ασθενείς που πήραν placebo και αυτούς που πήραν θαλιδομίδη. Σίγουρα πάντως, θα χρειαστεί αρκετός καιρός μέρι να γνωρίζουμε αν η θαλιδομίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φάρμακο για τον COVID-19.

Εν τω μεταξύ, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η θαλιδομίδη μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η έκθεση στο φάρμακο κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο έμβρυο, κάτι που παρατηρήθηκε προσφάτως και στη Βραζιλία.

Η κλινική χρήση της θαλιδομίδης μπορεί να προκαλέσει επίσης αρκετές άλλες ανπιθύμητες ενέργειες, όπως για παράδειγμα περιφερική νευροπάθεια. Το γεγονός αυτό προκαλεί βλάβες στα νεύρα των άκρων, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται άλγος. Αν και οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου σχετίζονται συνήθως με μακροχρόνια χρήση, η θαλιδομίδη πρέπει να χορηγείται μόνο από γιατρούς σε περιβάλλον  νοσοκομείου.

Η χρήση της θαλιδομίδης στη θεραπεία του COVID-19 μπορεί επίσης να βοηθήσει τους γιατρούς να κατανοήσουν καλύτερα τις επιδράσεις του φαρμάκου στον οργανισμό, αναδεικνύοντας επίσης άλλες παθήσεις για τις οποίες μπορεί να έχει χρησιμότητα. Οι επιστήμονες ελπίζουν ακόμη ότι η έρευνά τους θα βοηθήσει στην ανάπτυξη νέων μορφών του φαρμάκου με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Βιβλιογραφία: The Conversation