Τα παιδιά με σημαντικές συννοσηρότητες είναι αυτά που κινδυνεύουν περισσότερο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση από COVID-19, σύμφωνα με μία έρευνα που εξέτασε ασθενείς στις παιδιατρικές ΜΕΘ της Βόρειας Αμερικής.

Η έρευνα επιβεβαίωσε επίσης τα δεδομένα προηγούμενων μελετών σχετικά με τις επιδράσεις του COVID-19 στα παιδιά, καθώς διαπίστωσε ότι η πορεία της νόσου είναι πολύ ηπιότερη και η πρόγνωση είναι πολύ καλύτερη στα παιδιά που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση σε σχέση με τους ενήλικες, όπως υποστήριξε η Lara S. Shekerdemian, επικεφαλής της έρευνας από το Texas Children’s Hospital στο Χιούστον.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics.

Θέλοντας να εξετάσουν τις επιδράσεις του COVID-19 στα παιδιά της Βόρειας Αμερικής στα πρώιμα στάδια της πανδημίας, οι επιστήμονες εξέτασαν 48 παιδιά με θετικές εξετάσεις για τον ιό, τα οποία είχαν εισαχθεί σε 46 παιδιατρικές ΜΕΘ στο διάστημα 14 Μαρτίου-3 Απριλίου. Συνολικά το 52% των παιδιών ήταν αγόρια και η μέση ηλικία τους ήταν τα 13 χρόνια. 8 παιδιά είχαν ηλικία κάτω του 1 έτους, 6 είχαν ηλικία 1-5, 7 ήταν 6-10 ετών ενώ 27 ήταν 11-21 ετών. Από τα 46 νοσοκομεία, τα 30 δεν είχαν κάνει καμία εισαγωγή παιδιού με σοβαρή νόσηση από COVID-19 κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Από το σύνολο των παιδιών που εξέτασε η έρευνα, το 50% είχαν τουλάχιστον 1 σοβαρή συννοσηρότητα, το 17% είχε 2, ενώ το 19% είχε 3 ή περισσότερες. Το 40% των παιδιών είχε σύνθετες συννοσηρότητες, ενώ άλλες συννοσηρότητες που εμφανίστηκαν ήταν η ανοσοκαταστολή, η παυσαρκία, ο διαβήτης, οι επιληπτικοί σπασμοί, οι συγγενείς καρδιοπάθειες, η δρεπανοκυτταρική αναιμία και η χρόνια πνευμονική νόσος.

Συνολικά το 69% των παιδιών ήταν σε κρίσιμη κατάσταση κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, ενώ το 23% παρουσίασε ανεπάρκεια 2 ή περισσοτέρων οργανικών συστημάτων.

Το 61% των παιδιών έλαβε στοχευμένες θεραπείες. Το φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε συχνότερα ήταν η υδροξυχλωροκίνη, η οποία χορηγήθηκε συνολικά σε 21 παιδιά. 11 έλαβαν μόνο το παραπάνω φάρμακο, ενώ τα υπόλοιπα 10 έλαβαν συνδυαστική θεραπεία με αζιθρομυκίνη (7), ρεμδεσιβίρη (1), τοκολιζουμάμπη (1) ή αζιθρομυκίνη και τοκολιζουμάμπη (1). 1 παιδί έλαβε μόνο αζιθρομυκίνη, ενώ 2 παιδιά έλαβαν μόνο ρεμδεσιβίρη. Τέλος, 6 παιδιά έλαβαν συνδυασμό ρεμδεσιβίρης με άλλο φάρμακο.

Το 81% των παιδιών χρειάστηκε υποστήριξη της αναπνοής, ωστόσο στο 54% των παιδιών αυτών η υποστήριξη έγινε μη επεμβατικά. Στα υπόλοιπα παιδιά έγινε διασωλήνωση.

Κατά τη δημοσίευση της έρευνας, τα 2 από τα 18 παιδιά που διασωληνώθηκαν είχαν ήδη καταλήξει. 3 παιδιά παρέμεναν στο μηχανικό αερισμό, 7 είχαν βγει από τη διασωλήνωση αλλά παρέμειναν στο νοσοκομείο και 6 πήραν εξιτήριο. Τα 2 παιδιά που κατέληξαν είχαν ηλικίες 12 και 17 ετών αντίστοιχα. Όπως τόνισαν οι επιστήμονες, «και τα δύο παιδιά είχαν προϋπάρχουσες συννοσηρότητες και παρουσίασαν ανεπάρκεια πολλαπλών οργανικών συστημάτων. Το 1 παιδί είχε επίσης gram-αρνητική σήψη πριν την εμφάνιση του COVID-19».

Συνολικά, 15 παιδιά παρέμειναν στο νοσοκομείο (31%) με 5 να βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση. Η μέση διάρκεια παραμονής στο νοσοκομείο ήταν 5 και 7 ημέρες αντίστοιχα.

«Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι, ακόμα κι αν χρειαστεί να νοσηλευτούν, τα παιδιά έχουν καλύτερη πρόγνωση σε σχέση με τους ενήλικες», είπε η Lenore Jarvis, μία παιδίατρος από το Pediatric News. «Η θνησιμότητα είναι πολύ χαμηλότερη και τα παιδιά παρουσιάζουν πολύ σπανιότερα σοβαρές επιπλοκές σε σχέση με τους ενήλικες. Φαίνεται, ωστόσο, ότι μπορεί να νοσήσουν από τον SARS-CoV-2. Δεν είναι απρόσβλητα από τον ιό», κατέληξε η Jarvis η οποία δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Οι επιστήμονες αναγνώρισαν ότι η μελέτη τους είχε ορισμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα την απουσία κάποιας εξέτασης με μεγάλη ακρίβεια γι’ αυτή την περίοδο, γεγονός που πιθανώς οδήγησε σε χαμηλότερα ποσοστά διαγνώσεων. Επιπλέον, αν και τα περισσότερα από τα 15 παιδιά που συνέχισαν να νοσηλεύονται στο τέλος της έρευνας παρουσίαζαν ανάρρωση, δεν έχουν δεδομένα σχετικά με την πορεία τους μετά από αυτό το διάστημα.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Janko Ferlic