Τα παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών φέρουν εξίσου υψηλές ποσότητες του SARS-CoV-2 με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και τους ενήλικες, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο JAMA Pediatrics. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά συνιστά ότι τα μικρά παιδιά μπορούν να μεταδώσουν τον ιό εξίσου εύκολα με τους ενήλικες, ακόμα κι αν δεν παρουσιάζουν συμπτώματα.

Η Dr Taylor Heald-Sargent, μία παιδίατρος-λοιμωξιολόγος από το Lurie Children’s και οι συνεργάτες της ανέλυσαν δεδομένα διαγνωστικών εξετάσεων από 145 ασθενείς με COVID-19 που παρουσίασαν ήπια ή μέτρια νόσηση. Οι διαγνωστικές εξετάσεις χρησιμοποίησαν το RNA του ιού.

Οι 145 ασθενείς χωρίστηκαν σε 3 ομάδες ανάλογα με την ηλικία (κάτω των 5 ετών, 5-17 ετών και 18-65 ετών).

«Όπως παρατηρήσαμε, τα παιδιά κάτω των 5 ετών είχαν ίσες ή μεγαλύτερες ποσότητες ιικού RNA στη ρίνα σε σχέση με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας ή τους ενήλικες», τόνισε η Heald-Sargent.

Συγκριτικά με τους ενήλικες, τα παιδιά νεαρότερης ηλικίας είχαν 10-100 φορές περισσότερο ιικό RNA στον ανώτερο αναπνευστικό σωλήνα, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της έρευνας.

«Το γεγονός αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι τα παιδιά μπορούν να μολυνθούν και να μεταδώσουν τον ιό εξίσου αποτελεσματικά με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και τους ενήλικες», συμπλήρωσε η επιστήμονας, τονίζοντας παράλληλα ότι θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες.

«Αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε αν ένας ασθενής με υψηλό ιικό φορτίο στη ρίνα μεταδίδει τον ιό ευκολότερα σε σχέση με έναν άλλο ασθενή που έχει χαμηλότερο ιικό φορτίο», υποστήριξε ο Dr Rick Malley, παιδίατρος στο τμήμα λοιμώξεων του Boston Children’s Hospital, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας.

Οι παρατηρήσεις των επιστημόνων θέτουν νέα ερωτήματα σχετικά με το άνοιγμα των σχολείων το Σεπτέμβριο και τα μέτρα που θα πρέπει να εφαρμοστούν προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση του SARS-CoV-2 από τους μαθητές.

«Στη γρίπη, τα παιδιά αποτελούν έναν από τους κύριους τρόπους μετάδοσης του ιού κάθε χειμώνα. Αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε αν ισχύει το ίδιο και με τον SARS-CoV-2», τόνισε ο Malley.

«Η συμπεριφορά του SARS-CoV-2 διαφέρει από αυτή άλλων ιών και προς το παρόν είναι απρόβλεπτη», συμπλήρωσε.

Κάποια παιδιά παρουσιάζουν MIS-C, ένα σοβαρό σύνδρομο που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, συνδέεται με τον COVID-19, μετά τη λοίμωξή τους με τον ιό. Η επιπλοκή αυτή, ωστόσο είναι σχετικά σπάνια και σύμφωνα με δεδομένα από τις ΗΠΑ έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής 15.342 διαγνώσεις με 6 παιδιά τελικά να καταλήγουν.

Συνολικά, ο αριθμός των παιδιών που έχουν νοσήσει από COVID-19 είναι πολύ χαμηλός σε σχέση με αυτόν των ενηλίκων.

Στην έρευνα της Heald-Sargent, εξετάστηκαν ασθενείς ηλικίας 1 μηνός-65 ετών που διαγνώστηκαν το Μάρτιο και τον Απρίλιο. Όλοι οι ασθενείς που είχαν διαταραχές της αναπνοής εξαιρέθηκαν από την έρευνα.

Το νοσοκομείο Lurie Children’s κάνει υποχρεωτικά εξετάσεις COVID-19 σε όλους τους νοσηλευόμενους ασθενείς και επομένως διαγνώστηκαν και ορισμένα ασυμπτωματικά περιστατικά.

«Καταφέραμε να διαγνώσουμε και ορισμένα παιδιά που προσήλθαν στο νοσοκομείο με κατάγματα στο χέρι, αλλά τελικά είχαν μολυνθεί και με τον SARS-CoV-2», είπε η επιστήμονας.

Σήμερα τα ποσοστά του COVID-19 στα παιδιά δεν είναι γνωστά, κυρίως γιατί οι εξετάσεις σε αυτή την ηλικιακή ομάδα είναι περιορισμένες, ιδιαίτερα αν δεν έχουν συμπτώματα. Επίσης, καθώς τα σχολεία παραμένουν κλειστά από την άνοιξη στις ΗΠΑ, δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με το ποσοστό μετάδοσης του ιού από τα παιδιά.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες που προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί ο ιός δεν μεταδίδεται πιθανώς το ίδιο εύκολα από τα παιδιά. Μία από αυτές υποστηρίζει ότι η πνευμονική χωρητικότητα είναι χαμηλότερη στα παιδιά, επομένως δεν βήχουν ή φτερνίζονται με την ίδια ισχύ όπως οι ενήλικες. Επιπλέον, τα σταγονίδια της αναπνοής διανύουν μικρότερες αποστάσεις καθώς τα παιδιά έχουν συνήθως χαμηλότερο ύψος από τους ενήλικες.

Η Heald-Sargent, η οποία είναι μητέρα και έχει παιδιά μικρής ηλικίας, απέρριψε τις παραπάνω θεωρίες. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ιός βρίσκεται στο στόμα, στη ρίνα αλλά και στα κόπρανα. Τα παιδιά αγγίζουν συνέχεια τα παραπάνω, επομένως αποτελούν εστίες μετάδοσης παθογόνων», κατέληξε.